Η Εκκλησιαστική Εξουσία

Η Εκκλησιαστική Εξουσία ενισχύεται ή αποδυναμώνεται σε σχέση με τη κοσμική κατά την περίοδο του 5ου έως και του 13ου αιώνα στην Καθολική Δύση.

Η περίοδος της προϊστορίας κατακλύζει το Μεσαίωνα της Ευρώπης με δικά της στοιχεία και γεγονότα. Ειδικότερα αναφερόμαστε στις τέχνες της μεταλλουργίας, τις οποίες οι Βάρβαροι εισήγαγαν στη μεσαιωνική Ευρώπη με όπλα όπως το δίκοπο ξίφος, όργανο με το οποίο οι εισβολείς πραγματοποίησαν τις κατακτήσεις τους[1].

Ο Μεσαίωνας υπήρξε εποχή εντατικής δημιουργίας δικαίου, στην επεξεργασία του οποίου συνέβαλε προφανώς τα μέγιστα η μεταβίβαση και αναγέννηση του ρωμαϊκού δικαίου. Ο Χριστιανισμός εντούτοις εισήγαγε τις επιστημονικές ταξινομήσεις και τις εκπαιδευτικές μεθόδους. Η ταξινόμηση και η εφαρμογή των ελευθέρων τεχνών διαδόθηκαν από ένα Λατίνο χριστιανό ρήτορα του 5ου μ.Χ. αι., του Μαρτιανού Καπέλλα και κυριάρχησε στη μεσαιωνική εκπαίδευση[2]. Η Παλαιά Διαθήκη παρά την ενίσχυση του αντιεβραϊκού αισθήματος, παραμένει ως τα τέλη του Μεσαίωνα ένα από τα ισχυρότερα στοιχεία της θρησκείας και της μεσαιωνικής κουλτούρας. Η Βίβλος χρησιμοποιείται κυρίως ως Εγκυκλοπαίδεια γιατί σε αυτήν περικλείεται όλη η γνώση που μετάδωσε ο Θεός στον άνθρωπο.

Η ανάδυση της Ευρώπης θα πραγματοποιηθεί μέσα από δύο θεμελιώδη φαινόμενα της περιόδου μεταξύ του 4ου και 5ου αι. Το κυριότερο είναι η επεξεργασία της ουσίας του χριστιανικού δόγματος σύμφωνα με την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, επεξεργασία που οι Πατέρες θα κληροδοτήσουν στο Μεσαίωνα. Δύο εκ των οποίων συνέβαλαν στη θεμελίωση του χριστιανισμού είναι: α) ο Άγιος Ιερώνυμος (περ. 347-420 μ.Χ.), ο οποίος μετάφρασε τη Βίβλο στη λατινική γλώσσα με βάση το εβραϊκό κείμενο και β) ο Άγιος Αυγουστίνος (354-430 μ.Χ.), ο οποίος θεωρείται μέγας διδάσκαλος του Μεσαίωνα με δύο θεμελιώδη βιβλία του: i. οι αναμνήσεις του προσηλυτισμού με τίτλο Εξομολογήσεις και ii. η πολιτεία του Θεού, που γράφτηκε μετά τη λεηλασία της Ρώμης από τον Αλάριχο και τους Γότθους το 410 μ.Χ.[3].

Αυτή η ανάμεικτη και αρχαία κληρονομιά που οι Πατέρες της Εκκλησίας μεταβίβασαν στο Μεσαίωνα και στην Ευρώπη, επιβίωσε από τον 5ο μέχρι τον 8ο αι. στο πλαίσιο συγχώνευσης της αρχαίας ρωμαϊκής κουλτούρας και της εξελιγμένης μορφής της που σφραγίστηκε από τις ανάγκες των εκβαρβαρισμένων πληθυσμών[4].

Τον 5ο αι. έσβησαν τα στρατιωτικά σύνορα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε ολόκληρη τη Δυτική Ευρώπη λόγω της μεγάλης εγκατάστασης των γερμανικών φυλών[5].

Στα παρακάτω φύλλα της εργασία μας θα καταγράψουμε επιλεκτικά τα κυριότερα σημεία της ιστορίας της Καθολικής Δύσης κατά τη χρονική περίοδο του 5ου με 13ου αι. Αναγκαία εντούτοις θεωρείται η ιστορία για να αντλήσουμε υλικό για τις επικρατούσες σχέσεις της εκκλησιαστικής και κοσμικής εξουσίας στην ανωτέρω περίοδο.

Η βιβλιογραφία μας, που επιλεκτικά συλλέξαμε, φρονούμε να μας βοηθήσει τα βέλτιστα, ώστε να αναπτυχθούν με σαφήνεια και εγκυρότητα τα κύρια σημεία του θέματός μας.

Η ιστορία της Καθολικής Δύσης κατά τους αιώνες 5ο -13ο

Η υπό εξέταση περίοδος ανήκει στην περίοδο της Δυτικής Ευρώπης που καλείται Μεσαίωνας[6]. Ξεκινάει με την κατάλυση του Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους και καταλήγει στην Αναγέννηση. Η χρονική αυτή περίοδος χαρακτηρίζεται από οπισθοδρόμηση και σκοταδισμό[7]. Επικρατεί θεοκρατία με απαγόρευση της έρευνας και της αμφισβήτησης. Αναλυτικότερα αναφερόμαστε στα εξής γεγονότα:

Οι Βησιγότθοι με αρχηγό τον Αλάριχο Α΄, λεηλατούν τη Ρώμη το 410 μ.Χ. και δημιουργούν το βασίλειό τους στη Γαλατία και στην Ισπανία[8]. Ο Αλάριχος απόφυγε να λεηλατήσει τη πόλη, αποφεύγοντας τις καταστροφές και τις σφαγές[9]. Η Δυτική Αυτοκρατορία εξαφανίζεται βαθμιαία και ό,τι απέμεινε στη ρωμαϊκή διοίκηση, οι Βησιγότθοι πέτυχαν υψηλά αξιώματα και άσκησαν μεγάλη επιρροή[10]. Μία νέα μορφή συνθήκης εγκαινιάζεται και έτσι οι Βησιγότθοι βασιλιάδες κυβερνούν με τη σύμπραξη των Ρωμαίων συγκλητικών, μια μεγάλη επικράτεια που διαθέτει πραγματικούς κρατικούς θεσμούς[11]. Αποτέλεσμα των ανωτέρω, οι Γότθοι: α) ενώνουν την Ιταλία, την Ισπανία και τη νότια Γαλατία, β) καλλιεργούν σχέσεις με την Εκκλησία και με τους ανατολικούς αυτοκράτορες και γ) διοικούν κατά το ρωμαϊκό σύστημα[12].

Κατά τη διάρκεια όμως της αδιάκοπης αναταραχής και των πολέμων που χαρακτηρίζει την εποχή των μεγάλων μεταναστεύσεων, η Εκκλησία εξασφαλίζει, έναντι των Βαρβάρων, τη συνέχεια της αποδιαρθρωμένης κρατικής διοίκησης[13]. Στη διάρκεια αυτής της ταραγμένης περιόδου η Εκκλησία υποκαθιστά το εξασθενημένο κράτος και πραγματικοί αρχηγοί των κοινοτήτων γίνονται οι επίσκοποι. Οι κυριότερες ενέργειές τους ήταν: α) φροντίζουν για τη διατροφή του πληθυσμού, β) ιδρύουν νοσοκομεία και ξενώνες στους ασθενέστερους, γ) συντηρούν σχολεία και συχνά αποδίδουν δικαιοσύνη και δ) παίρνουν πρωτοβουλίες σε ζητήματα κατασκευής νέων κτιρίων και εξωραϊσμού της πόλης[14]. Στην ουσία γίνονται όχι μόνο πνευματικοί αλλά και κοσμικοί ηγέτες της κοινωνίας των άστεων. Συμπεραίνουμε ότι κύριος σκοπός της Εκκλησίας ήταν να αποτελεί το κέντρο της θρησκευτικής ζωής, με τα κοιμητήρια και τις νεκροπόλεις της, τους πολυάριθμους ναούς της, το καθεδρικό συγκρότημά της και να ασκεί έλεγχο στις αγροτικές ενορίες.

Ο βάρβαρος βασιλιάς Θεοδώριχος Α΄ στις αρχές του 6ου αι. παρατηρείται ανεκτικός απέναντι στους παπικούς χριστιανούς και τους αφήνει να ασκούν τη θρησκεία τους στις εκκλησίες υπό την καθοδήγηση των επισκόπων τους[15]. Οι βασιλείς όμως δεν εμμένουν μόνο σε αυτή την στάση, αλλά παίρνουν στα χέρια τους το διορισμό των επισκόπων εγκαθιστώντας πιστούς τους στα προσοδοφόρα αυτά αξιώματα[16]. Το αποτέλεσμα ήταν η υποχώρηση του θρησκευτικού αισθήματος. Στη φραγκική Γαλατία, ο χριστιανός βασιλιάς κατακλύζει τους ναούς με ελεημοσύνες και παραχωρεί στα εκκλησιαστικά τιμάρια το προνόμιο της φορολογικής απαλλαγής.

Ωστόσο η Εκκλησία υποβαθμίζεται τον 6ο αι., ακόμη και στη Γαλατία, όπου η θρησκευτική ενότητα διατηρήθηκε χάρη στον πρώιμο προσηλυτισμό των Φράγκων στον παπικό χριστιανισμό. Ο Κλόβις Α΄ και οι διάδοχοί του, επιδιώκοντας να εξασφαλίσουν την υποστήριξη του επισκοπικού σώματος και συγχρόνως να προσφέρουν στους πιστούς τους προσοδοφόρα αξιώματα, αποκτούν τη συνήθεια να διορίζουν οι ίδιοι τους επισκόπους, τους οποίους και επιλέγουν από το κοσμικό περιβάλλον τους[17]. Οι εθνικές σύνοδοι που συγκέντρωναν τους ιεράρχες γύρω από τον ηγεμόνα και διατηρούσαν στους κόλπους της Εκκλησίας διοικητική και πειθαρχική ενότητα παύουν να συγκαλούνται. Πολλές επισκοπικές έδρες, και συγκεκριμένα στη νότια Γαλατία, παραμένουν κενές, ενώ οι πλούσιοι γαιοκτήμονες κτίζουν εκκλησίες στα εδάφη τους, ιδιοποιούμενοι το δικαίωμα του διορισμού των ιερέων[18].

Παρατηρούμε ότι κατά την εγκατάσταση των γοτθικών και φραγκικών βασιλειών, επίσης και εκείνων των Λομβάρδων υπήρξε καταστροφική για τη ρωμαϊκή κοινωνία γιατί οι κάτοικοι των πόλεων αναγκάζονται να καταφεύγουν σε παράκτιες νησίδες[19]. Αναφέρεται εντούτοις ότι κατά τη βασιλεία του Αγιλούλφου (590-616 μ.Χ.), οι Λομβάρδοι είχαν ασπαστεί τον παπικό χριστιανισμό, άρχισαν να συγκροτούν το κράτος τους, να οργανώνουν στοιχειώδη διοικητική γραφειοκρατία με τη βοήθεια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, όλη αυτή η μεταρρύθμιση είχε επικρατήσει μέχρι και τον 11ο αι.[20]. Η παρουσία της Εκκλησία στα κοσμικά δρώμενα ταράζει την κοινωνία θετικά.

Παράλληλα ο μοναχισμός αναπτύσσεται κατά τον 6ο και 7ο αι. στο δυτικό τμήμα της πρώην Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην κοινοβιακή του βασικώς μορφή[21]. Η διάδοση της χριστιανικής πνευματικότητας και της ελληνορωμαϊκής πολιτιστικής παράδοσης από τους μοναχούς πραγματοποιήθηκε με την παρότρυνση του πάπα Γρηγορίου Α΄ του Μεγάλου (540-604 μ.Χ.)[22]. Εδραιώνει τα πρωτεία της Ρώμης αποστέλλοντας κληρικούς στις επαρχίες της Δύσης και διακηρύσσοντας το ρόλο του ως θεματοφύλακα του αληθινού δόγματος, απόστολος του κηρύγματος του Ευαγγελίου και του εκχριστιανισμού των Βαρβάρων[23]. Ο εκχριστιανισμός αυτός είναι τόσο επιτυχής ώστε στο εξής να είναι οι Αγγλοσάξωνες μοναχοί που σε συναγωνισμό με τους Ιρλανδούς, έρχονται να κηρύξουν το Ευαγγέλιο στην ηπειρωτική Ευρώπη[24]. Η Εκκλησία και τα μοναστήρια της γίνονται οι κατ’ εξοχήν φορείς της γνώσης και οι θεματοφύλακες της τέχνης και της διανόησης. Σε αντίθεση ως τον 7ο αι. ο τρόπος ζωής της αριστοκρατίας επικεντρώθηκε σε πολεμικές επιχειρήσεις και η εξουσία του κεντρικού κράτους παράκμασε μαζί με τα φορολογικά εισοδήματά του[25].

Εισερχόμαστε στον 8ο αι. όπου ο βασιλιάς των φράγκων, ο Πεπίνος Γ΄ ο Βραχύς υιός του Καρόλου Μαρτέλου, με την υποστήριξη του πάπα Στεφάνου Γ΄[26] αναζητεί ένα σύμμαχο εναντίον των Λομβαρδών[27]. Οι Λομβάρδοι ηττώνται από τον νέο βασιλιά που αναγνωρίζει στο πρόσωπο του πάπα τον νόμιμο διάδοχο των Ρωμαίων αυτοκρατόρων[28]. Ο υιός του Πεπίνου ο Κάρολος ο Μέγας διεξήγαγε πολλούς πολέμους και προεβίβασε την Χριστιανική παιδεία και ευκοσμία[29].  Ο Κάρολος ο Μέγας στέφθηκε στην Εκκλησία του Αγίου Πέτρου «Αυτοκράτορας της Ρώμης» κατά την εορτή των Χριστουγέννων από τον πάπα Λεόντιο Γ΄[30]. Και οι δύο μαζί σκέφθηκαν να ενώσουν τη δυτική Χριστιανοσύνη σε ένα εκκλησιαστικό και πολιτικό σώμα, του οποίου ο Πάπας θα είναι το πνευματικό και ο Αυτοκράτορας η κοσμική κεφαλή[31]. Έπειτα στο θρόνο ανεβαίνει ο εγγονός του Πεπίνου ο Καρλομάγνος, του οποίου η αυτοκρατορία χαρακτηρίζεται από κακή διοίκηση γιατί ο κάθε λαός διατηρεί τα έθιμά του[32]. Ο Λουδοβίκος Α΄ ο Ευσεβής διαδέχεται τον πατέρα του στο θρόνο, ο οποίος επιχειρεί να συνενώσει την Αυτοκρατορία του, πράξη που οι υιοί του δεν θα καταφέρουν[33]. Ο Λουδοβίκος με τον Κάρολο το Φαλακρό δημιούργησαν νέες εστίες αναγέννησης, τα νέα αβαεία[34].  Αριστουργήματα της καρολιγγειανής αναγέννησης είναι τα Ευαγγέλια και τα Ψαλτήρια[35]. Η προτίμηση στα κείμενα των Ψαλμών, που χαρακτηρίζει ολόκληρο το Μεσαίωνα θα δημιουργήσει μία έλξη για τη βιβλική ποίηση στην Ευρώπη[36]. Τα εικονογραφημένα χειρόγραφα ενός έργου, το Σχόλιο που βασίζεται στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, πολλαπλασιάζεται κατά τον 9ον και 10ον αι.[37].

Κύρια χαρακτηριστικά του 10ου αιώνα είναι: α) από τη στέψη του αυτοκράτορα της Γερμανίας Όθωνα Α΄ από τον Πάπα Ιωάννη ΙΒ΄ στη Ρώμη, η αυτοκρατορία ονομάζεται η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους[38], β) οι κάθοδοι των αυτοκρατόρων στην Ιταλία έγιναν ένα είδος πολιτικής τελετουργίας[39], γ) επιταχύνθηκε η οικονομική άνθηση του χριστιανικού κόσμου, όλες οι εκκλησίες στις επισκοπικές έδρες και μοναστήρια ξανακτίζονται[40], δ) άνθηση της λατρείας των λειψάνων[41], ε) αναπτύχθηκε στη χριστιανοσύνη ένα ισχυρό κίνημα ειρήνης που το ενσαρκώνει το φιλί της ειρήνης στη λειτουργία[42].

Από τον 11ο αιώνα κυριαρχεί στη Δυτική Ευρώπη το φεουδαρχικό σύστημα[43]. Κάτοχος τεραστίων εκτάσεων φαίνεται να κατέχει αυτή την περίοδο και η Εκκλησία, η οποία είχε μπει στο δρόμο της φεουδαρχίας, ενώ με την αυξανόμενη παρέμβαση των κοσμικών στοιχείων στο διορισμό των επισκόπων και των ηγουμένων των αβαείων η πειθαρχεία και τα ήθη έχουν χαλαρώσει[44]. Η Εκκλησία επιχειρεί λόγω της κατάστασης να αμβλύνει τη σκληρότητα της φεουδαρχικής κοινωνίας με θεσμούς όπως η Ειρήνη του Θεού ή η Εκεχειρία του Θεού[45]. Τον 10ο αι. και τον 11ο αι. μάλιστα εκδηλώνεται ένα μεταρρυθμιστικό κίνημα της Εκκλησίας, με κύριο χαρακτηριστικό την ίδρυση των μοναστικών ταγμάτων και ιδιαίτερα τα στρατιωτικά τάγματα[46]. Τον 11ο αι. η παποσύνη αναλαμβάνει την ανανέωση της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας αποφασισμένη να την απαλλάξει από την επιρροή των λαϊκών (γρηγοριανή μεταρρύθμιση)[47]. Αυτή η χειραφέτηση της παποσύνης θα οδηγήσει σε μια μακρά διαμάχη με την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατά τον 11ο με 12ο αι. Κάτοχοι του αυτοκρατορικού αξιώματος, ο Όθων Α΄ και οι διάδοχοί του προσπαθούν να περιορίσουν την ανεξαρτησία των ισχυρών Γερμανών βαρόνων και να αναχαιτίσουν τους Σλάβους και τους Ούγγρους, αμφισβητώντας συγχρόνως στους εκάστοτε πάπες τα πρωτεία στη «χριστιανική αυτοκρατορία»[48]. Στο τέλος του 11ου αι. η Εκκλησία θα χρησιμοποιήσει το «Καθαρτήριο» για να ξεχωρίσει τους καλούς από τους κακούς[49].

Κατά τον 11ο και 12ο αι. οι άρχοντες ασκούν μία κατακερματισμένη εξουσία σφετεριζόμενοι τα λεγόμενα βασιλικά δικαιώματα[50]. Οι λαοί της Χριστιανοσύνης αναγκάζονται να συσπειρωθούν γύρω από τα κεντρικά πρόσωπα, ηγέτες που βρίσκουν τρόπο να συμβιβάσουν τη λίγη εξουσία που τους έχει απομείνει από το φεουδαλικό κατακερματισμό[51]. Πάνω από τους βασιλείς υπάρχουν δύο ανώτερες εξουσίες, αυτή του πάπα και του αυτοκράτορα[52]. Κατά την εποχή του πάπα Ιννοκέντιου Γ΄ (1198-1216) η παπική έδρα έχει γίνει η ισχυρότερη χριστιανική μοναρχία. Ο βασιλιάς ενσαρκώνει: α) τη θρησκευτική λειτουργία παρόλο που δεν είναι ιερωμένος, β) τη στρατιωτική και γ) είναι υπεύθυνος για την οικονομία[53].

Ο 13ο αι. θεωρείται το απόγειο της μεσαιωνικής Δύσης. Στη Γαλλία οι Καπετίδες επεκτείνουν την εξουσία τους επανακτώντας ένα μεγάλο μέρος των εδαφών εις βάρος των βασιλιάδων της Αγγλίας[54]. Η γαλλική μοναρχία επιβάλει τη εξουσία της στους μεγάλους υποτελείς και αποκτά θεσμούς που ξαναζωντανεύουν την έννοια του κράτους[55]. Στην Αγγλία η μοναρχία αμφισβητείται και από τον 13ο αι. βαρόνοι και αρχιερείς επιβάλλουν στον ηγεμόνα τον έλεγχο που ασκείται από το παρλαμέντο[56]. Αναζωπυρώνεται δε η διαμάχη ανάμεσα στον πάπα κα τον αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η Ιταλία διαφεύγει από την αυτοκρατορία καθώς οι πάπες επωφελούνται από τις αντίπαλες φιλοδοξίες των Ευρωπαίων πριγκίπων[57]. Πέραν όλων αυτών η Εκκλησία εξελίσσεται σε κοσμική δύναμη, τα πλούτη της οποίας επισύρουν σχολιασμούς και δημιουργούν αιρέσεις: των βαλδίων ή των καθαρών[58]. Η Εκκλησία αντιδρά με απόπειρες μεταρρύθμισής, με τον περιορισμό αλλά και με τη δημιουργία νέων ταγμάτων (δομινικανών, φραγκισκανών, κ.λπ.)[59].

Σχέση Εκκλησιαστικής και Κοσμικής Εξουσίας
κατά τον 5ον – 13ον αι.

Όπως παρατηρήσαμε η ιστορία της Δύσης συνδέεται άμεσα με δύο κύριες εξουσίες: αυτή της κοσμικής και της εκκλησιαστικής. Με τη διάλυση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τον 5ο αι. η Εκκλησία στάθηκε αρωγός επαναφοράς πολιτικών, κοινωνικών και εκκλησιαστικών πραγμάτων. Η Εκκλησία είτε με τους επισκόπους της, είτε με τους αρχιεπισκόπους, είτε τους μοναχούς αλλά και με τους Πάπες της[60], σηματοδοτεί την ιστορία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η πολιτεία δε με τους βασιλείς, το στρατό της αλλά και τους αυτοκράτορές της, λαμβάνει ενεργά μέρος στην όλη πορεία της Καθολικής Δύσης. Συμπεραίνουμε επομένως ότι και οι δύο εξουσίες συνδέονται άρρητα και επαναφέρουν σε ισχύ τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Ενισχύεται ή αποδυναμώνεται η εκκλησιαστική εξουσία
σε σχέση με την κοσμική;

Τον 13ο αι. πήρε μία οριστική μορφή η φυσιογνωμία και η νέα δύναμη της χριστιανοσύνης. Δημιουργείται και εξαπλώνεται ένας νέος τύπος μοναχών που κατοικούν στην πόλη και δραστηριοποιούνται κυρίως στο αστικό περιβάλλον. Ήταν τα περισσότερο ικανά και εκπαιδευμένα και τα ολιγότερο ανήθικα στοιχεία της υπό εξέταση εποχής.

Η παιδεία βρισκόταν εξ ολοκλήρου στα χέρια τους και οι επίσκοποι παρά το σκανδαλώδη βίο τους, ήταν οι κυριότεροι όχι μόνο θρησκευτική αλλά και λαϊκή εξουσία μέσα στα όρια της επισκοπής τους, στα δικαστήριά τους δε προτιμούσαν να προσφεύγουν οι διάδικοι ακόμα και για τις μη εκκλησιαστικές διαφορές τους.

Αυτοί οι νέοι τύποι λειτουργιών της εκκλησίας συγκροτούν τη νέα κοινωνία και αναμορφώνουν σε βάθος τον χριστιανισμό που κηρύττουν.

Η πίστη ώθησε το λαό ν’ ανταπεξέλθει από τα δεινά που προκάλεσε η κατάρρευση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, είναι αυτή που έδωσε εξουσία στους πάπες[61] να διαμορφώσουν σε μοναρχία την επισκοπή της Ρώμης.

Η εκκλησία ήταν θεσμός όχι μόνο θρησκευτικός αλλά και πολιτικός, οικονομικός και στρατιωτικός. Η μεγάλη ιδιοκτησία της και τα οικονομικά δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της έγιναν σκάνδαλο για τους αυστηρούς χριστιανούς, επιχείρημα για τους αιρετικούς και πηγή ατελεύτητων διαμαχών μεταξύ Παπών [62]  και Αυτοκρατόρων .

Εν κατακλείδι πιστεύουμε ότι καθ’ όλη την περίοδο από τον 5ο μέχρι και τον 13ο αι. η Εκκλησιαστική Εξουσία ενισχύεται άλλοτε πολύ και άλλοτε λίγο. Χωρίς την παρουσία της Εκκλησία, δεν θα μπορούσε να υπάρχει αναγέννηση.

Βιβλιογραφία

α. Λεξικά-Εγκυκλοπαίδειες

ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ Γ., Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, με σχόλια για τη σωστή χρήση των λέξεων, Κέντρο Λεξικολογίας, Αθήνα 1998.

ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ, τόμ. 13ος, 21ος, εκδοτικός οργανισμός «ο Φοίνιξ», β΄ έκδοση, ενημερωμένη διό συμπληρωμάτων.

ΠΑΠΥΡΟΣ ΛΑΡΟΥΣ ΜΠΡΙΤΑΝΝΙΚΑ, τόμ. 52ος, εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα 1992.

β. Λοιπή Βιβλιογραφία

ΑΡΒΕΛΕΡ Ε., AYMARD M., Οι Ευρωπαίοι, Αρχαιότητα, Μεσαίωνας, Αναγέννηση, τόμ. Α΄, μτφρ. Π. Μουρλάκης, εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 20033.

BERSTEIN S., MILZA P., Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά Κράτη, 5ος – 18ος αιώνας, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, μτφρ. Α. Κ. Δημητρακόπουλος, δεύτερη έκδοση, Αθήνα (χωρίς χρονολογία).

DESEILLE π. Π., Ανατολική και Δυτική Χριστιανοσύνη, μτφρ. Σ. Γουνέλας, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2001.

GOFF  LE J., Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;, μτφρ. Ε. Ζέη, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2006.

ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΟΣ Σ. Β., Η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, Μεσαιωνική Περίοδος, τόμ. Α΄, Αθήνα 1987.

ΚΟΝΤΙΔΗΣ Θ., Ο Καθολικισμός, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000.

ΟΥΗΒΕΡΟΥ Γ., Σύνοψις της Παγκοσμίου Ιστορίας, μτφρ. Α. Ι. Αντωνιάδου, βιβλίον δεύτερον, Ιστορία του Μεσαίωνα, εκ του Τυπογραφείου Κ. Αντωνιάδου, εν Αθήναις 1874.

ΠΑΛΙΕΡΑΚΙ Ν., Ιστορία του Νεώτερου Πολιτισμού από Χριστού μέχρι σήμερον, εκ του τυπογραφείου «Η Πρόοδος», εν Χανίοις 1902.

ROBERTS M. J., Παγκόσμια Ιστορία, μτφρ. Ν. Τριανταφυλλοπούλου, Ν. Σταματάκης, εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 19992.

STEVENSON J., Η Ιστορία της Ευρώπης, από τους αρχαίους πολιτισμούς έως την αυγή της Τρίτης χιλιετίας, εκδόσεις Κ. Κωστόπουλος, Αθήνα 2005.

ΤΣΙΡΠΑΝΛΗΣ Ν. Ζ., Εισαγωγή στη Μεσαιωνική Ιστορία της Δυτικής Ευρώπης, εκδόσεις Ζήτη, Θεσσαλονίκη 1996.

ΦΕΙΔΑ Ι. Β.,  Εκκλησιαστική Ιστορία Β΄, Από την Εικονομαχία μέχρι τη Μεταρρύθμιση, Αθήναι 1994.

WILL DURANT, Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού, μτφρ. Λ. ΚΑΒΟΥΡΑ, τόμος τέταρτος, Ο ΑΙΩΝ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ Εκδόσεις Τσουράκη – Συρόπυλοι,  Αθήνα 1969.

[1]. J. LE GOFF, Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;, μτφρ. Ε. Ζέη, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2006, σ. 22, (εφεξής: J. LE GOFF, Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;,).

[2]. J. LE GOFF, Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;, σ. 29.

[3]. Βλ. πιο κάτω στην παρούσα εργασία.

[4]. J. LE GOFF, Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;, σ. 39.

[5]. J. LE GOFF, Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;, σ. 45.

[6]. Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, με σχόλια για τη σωστή χρήση των λέξεων, Κέντρο Λεξικολογίας, Αθήνα 1998, σ. 1081. Ο συγγραφέας J. LE GOFF προσδιορίζει τη χρονική περίοδο του Μεσαίωνα από τον 4ον – 15ον μ.Χ., στο Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;, σ. 21.

[7]. Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, με σχόλια για τη σωστή χρήση των λέξεων, Κέντρο Λεξικολογίας, Αθήνα 1998, σ. 1081.

[8]. Ν. ΠΑΛΙΕΡΑΚΙ, Ιστορία του Νεώτερου Πολιτισμού από Χριστού μέχρι σήμερον, εκ του τυπογραφείου «Η Πρόοδος», εν Χανίοις 1902, σσ. 51-52, (εφεξής: Ν. ΠΑΛΙΕΡΑΚΙ, Ιστορία του Νεώτερου Πολιτισμού από Χριστού μέχρι σήμερον). S. BERSTEIN, P. MILZA, Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά Κράτη, 5ος – 18ος αιώνας, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, μτφρ. Α. Κ. Δημητρακόπουλος, δεύτερη έκδοση, Αθήνα (χωρίς χρονολογία), σ. 35, (εφεξής: S. BERSTEIN, P. MILZA, Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά Κράτη, 5ος – 18ος αιώνας,). J. STEVENSON, Η Ιστορία της Ευρώπης, από τους αρχαίους πολιτισμούς έως την αυγή της Τρίτης χιλιετίας, εκδόσεις Κ. Κωστόπουλος, Αθήνα 2005, σ. 89, (εφεξής: J. STEVENSON, Η Ιστορία της Ευρώπης, από τους αρχαίους πολιτισμούς έως την αυγή της Τρίτης χιλιετίας).

[9]. S. BERSTEIN, P. MILZA, Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά Κράτη, 5ος – 18ος αιώνας, σ. 35.

[10]. S. BERSTEIN, P. MILZA, Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά Κράτη, 5ος – 18ος αιώνας, σ. 35.

[11]. Ν. ΠΑΛΙΕΡΑΚΙ, Ιστορία του Νεώτερου Πολιτισμού από Χριστού μέχρι σήμερον, σσ. 52-54.

[12]. J. STEVENSON, Η Ιστορία της Ευρώπης, από τους αρχαίους πολιτισμούς έως την αυγή της Τρίτης χιλιετίας, σ. 89.

[13]. Ειδικότερα ο Ν. ΠΑΛΙΕΡΑΚΙ επισημαίνει «η εκκλησία παρέμεινε η μόνη προστάτις των πόλεων, αίτινες είχον εγκαταλειφθεί υπό των αντιπροσώπων της πολιτικής εξουσίας», Ιστορία του Νεώτερου Πολιτισμού από Χριστού μέχρι σήμερον, σ. 60.

[14]. Ν. ΠΑΛΙΕΡΑΚΙ, Ιστορία του Νεώτερου Πολιτισμού από Χριστού μέχρι σήμερον, σσ. 59-60. S. BERSTEIN, P. MILZA, Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά Κράτη, 5ος – 18ος αιώνας, σ. 48.

[15]. J. STEVENSON, Η Ιστορία της Ευρώπης, από τους αρχαίους πολιτισμούς έως την αυγή της Τρίτης χιλιετίας, σ. 105. S. BERSTEIN, P. MILZA, Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά Κράτη, 5ος – 18ος αιώνας, σ. 40.

[16]. J. STEVENSON, Η Ιστορία της Ευρώπης, από τους αρχαίους πολιτισμούς έως την αυγή της Τρίτης χιλιετίας, σ. 105.

[17]. S. BERSTEIN, P. MILZA, Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά Κράτη, 5ος – 18ος αιώνας, σσ. 40-41.

[18]. Ν. ΠΑΛΙΕΡΑΚΙ, Ιστορία του Νεώτερου Πολιτισμού από Χριστού μέχρι σήμερον, σ. 65. J. STEVENSON, Η Ιστορία της Ευρώπης, από τους αρχαίους πολιτισμούς έως την αυγή της Τρίτης χιλιετίας, σ. 103.

[19]. S. BERSTEIN, P. MILZA, Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά Κράτη, 5ος – 18ος αιώνας, σσ. 43-44.

[20]. S. BERSTEIN, P. MILZA, Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά Κράτη, 5ος – 18ος αιώνας, σ. 44.

[21]. S. BERSTEIN, P. MILZA, Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά Κράτη, 5ος – 18ος αιώνας, σ. 49.

[22]. J. STEVENSON, Η Ιστορία της Ευρώπης, από τους αρχαίους πολιτισμούς έως την αυγή της Τρίτης χιλιετίας, σ. 127. S. BERSTEIN, P. MILZA, Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά Κράτη, 5ος – 18ος αιώνας, σ. 50.

[23]. S. BERSTEIN, P. MILZA, Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά Κράτη, 5ος – 18ος αιώνας, σσ. 50-51.

[24]. S. BERSTEIN, P. MILZA, Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά Κράτη, 5ος – 18ος αιώνας, σ. 51.

[25]. J. STEVENSON, Η Ιστορία της Ευρώπης, από τους αρχαίους πολιτισμούς έως την αυγή της Τρίτης χιλιετίας, σ. 105.

[26]. Από την ήττα των Λομβάρδων ο θρόνος της Ρώμης ανεξαρτητοποιείται από τους αυτοκράτορες του Βυζαντίου, κερδίζει όλη την παραλία της Ραβέννης του Αδριατικού πελάγους και τίθεται το θεμέλιο της κοσμικής εξουσίας του Πάπα. Γ. ΟΥΗΒΕΡΟΥ, Σύνοψις της Παγκοσμίου Ιστορίας, μτφρ. Α. Ι. Αντωνιάδου, βιβλίον δεύτερον, Ιστορία του Μεσαίωνα, εκ του Τυπογραφείου Κ. Αντωνιάδου, εν Αθήναις 1874, σ. 41, (εφεξής: Γ. ΟΥΗΒΕΡΟΥ, Σύνοψις της Παγκοσμίου Ιστορίας).

[27]. Γ. ΟΥΗΒΕΡΟΥ, Σύνοψις της Παγκοσμίου Ιστορίας, σ. 40.

[28]. Γ. ΟΥΗΒΕΡΟΥ, Σύνοψις της Παγκοσμίου Ιστορίας, σ. 41. S. BERSTEIN, P. MILZA, Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά Κράτη, 5ος – 18ος αιώνας, σ. 79.

[29]. Γ. ΟΥΗΒΕΡΟΥ, Σύνοψις της Παγκοσμίου Ιστορίας, σ. 45.

[30]. Ν. ΠΑΛΙΕΡΑΚΙ, Ιστορία του Νεώτερου Πολιτισμού από Χριστού μέχρι σήμερον, σσ. 77-78. Γ. ΟΥΗΒΕΡΟΥ, Σύνοψις της Παγκοσμίου Ιστορίας, σ. 44. J. STEVENSON, Η Ιστορία της Ευρώπης, από τους αρχαίους πολιτισμούς έως την αυγή της Τρίτης χιλιετίας, σ. 114.

[31]. Γ. ΟΥΗΒΕΡΟΥ, Σύνοψις της Παγκοσμίου Ιστορίας, σ. 45.

[32]. S. BERSTEIN, P. MILZA, Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά Κράτη, 5ος – 18ος αιώνας, σ. 89.

[33]. Γ. ΟΥΗΒΕΡΟΥ, Σύνοψις της Παγκοσμίου Ιστορίας, σ. 46.

[34]. J. LE GOFF, Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;, σ. 76.

[35]. J. LE GOFF, Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;, σ. 78.

[36]. J. LE GOFF, Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;, σ. 79.

[37]. J. LE GOFF, Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;, σ. 79.

[38]. Β. Σ. ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΟΣ, Η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, Μεσαιωνική Περίοδος, τόμ. Α΄, Αθήνα 1987.

[39]. J. LE GOFF, Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;, σ. 84.

[40]. J. LE GOFF, Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;, σ. 86.

[41]. J. LE GOFF, Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;, σ. 87.

[42].  J. LE GOFF, Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;, σ. 93.

[43]. J. STEVENSON, Η Ιστορία της Ευρώπης, από τους αρχαίους πολιτισμούς έως την αυγή της Τρίτης χιλιετίας, σ. 151. S. BERSTEIN, P. MILZA, Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά Κράτη, 5ος – 18ος αιώνας, σ. 108.

[44]. S. BERSTEIN, P. MILZA, Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά Κράτη, 5ος – 18ος αιώνας, σ. 108.

[45]. J. LE GOFF, Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;, σσ. 93-94.

[46]. J. LE GOFF, Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;, σ. 117.

[47]. S. BERSTEIN, P. MILZA, Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά Κράτη, 5ος – 18ος αιώνας, σσ. 108-109. J. LE GOFF, Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;, σ. 118. J. STEVENSON, Η Ιστορία της Ευρώπης, από τους αρχαίους πολιτισμούς έως την αυγή της Τρίτης χιλιετίας, σ. 144.

[48]. J. STEVENSON, Η Ιστορία της Ευρώπης, από τους αρχαίους πολιτισμούς έως την αυγή της Τρίτης χιλιετίας, σ. 120.

[49]. J. LE GOFF, Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;, σ. 123.

[50]. J. LE GOFF, Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;, σ. 131.

[51]. J. LE GOFF, Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;, σ. 131.

[52]. J. LE GOFF, Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;, σ. 131.

[53]. J. LE GOFF, Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;, σ. 134.

[54]. J. STEVENSON, Η Ιστορία της Ευρώπης, από τους αρχαίους πολιτισμούς έως την αυγή της Τρίτης χιλιετίας, σ. 156.

[55]. J. STEVENSON, Η Ιστορία της Ευρώπης, από τους αρχαίους πολιτισμούς έως την αυγή της Τρίτης χιλιετίας, σ. 156.

[56]. S. BERSTEIN, P. MILZA, Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά Κράτη, 5ος – 18ος αιώνας, σ. 169.

[57]. Γ. ΟΥΗΒΕΡΟΥ, Σύνοψις της Παγκοσμίου Ιστορίας, σ. 54.

[58]. S. BERSTEIN, P. MILZA, Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά Κράτη, 5ος – 18ος αιώνας, σ. 170.

[59]. S. BERSTEIN, P. MILZA, Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά Κράτη, 5ος – 18ος αιώνας, σ. 170.

[60]. Τον 10ο και 11ο αιώνα η παπική επιβολή στο Κανονικό Δίκαιο και το κύρος, απόρροια της στήριξής του στη μοναστική μεταρρύθμιση, μετέτρεψαν τους παλιούς ιδεολογικούς ισχυρισμούς σε ουσιαστική δύναμη. Το δεύτερο μισό του 11ου αιώνα οι πάπες αναμορφωτές και οι οπαδοί τους επιδίωξαν την κάθαρση της Εκκλησίας από το μίασμα της κοσμικής διαφθοράς, καθώς και την επιβολή της πνευματικής δύναμης στους κληρικούς.

[61]. Οι πρώτοι πάπες είχαν μικρή δύναμη. Ως τις αρχές του 9ου αιώνα ο Καρλομάγνος ζητούσε παπικές δικαστικές αποφάσεις στις θρησκευτικές διαμάχες θέλοντας να επαναφέρει τον παπισμό στο επίκεντρο της Λατινικής Εκκλησίας.

[62]. WILL DURANT, Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού, η Φεουδατική Εκκλησία σ. 660.

Του Τάκη Κάμπρα