Η πολιτική Ιστορία ως κλάδος των ιστορικών σπουδών

Γράφει ο Τάκης Κάμπρας.

Πως, τα διαφορετικά ιστοριογραφικά ρεύματα του 19ου αιώνα και του 20ού αιώνα αντιμετώπισαν: την Πολιτική Ιστορία ως κλάδο των ιστορικών σπουδών και ποιος ήταν ο  ρόλος της προσωπικότητας στο ιστορικό γίγνεσθε.

Μολονότι της επεκτάσεως της Ευρώπης και της εμπορικής επαναστάσεως η επίδραση στην ιστοριογραφία υπήρξε ιδιαίτερα αποφασιστική. Η παλαιά ταξινόμηση υπό την μορφή των χρονικών δεν ήταν πλέον αρμόζουσα.

Κατά την πρώτη εμφάνιση της ιστοριογραφίας, αφηγητές και χρονικογράφοι ανέφεραν όλα τα γεγονότα χωρίς να καταβάλουν προσπάθεια κριτικής ή ερμηνευτικής προσέγγισης, όπως έκανε αργότερα ο Ηρόδοτος[1], ο Τίτος Λίβιος[2] ή ο Φρουασάρ[3]. Πρόθεσή τους ήταν να διασκεδάσουν, να εκπλήξουν και να προσελκύσουν το ενδιαφέρον του κοινού ή να διηγηθούν τα θρυλικά κατορθώματα επιφανών ανδρών. Η ερμηνευτική ιστορία με πρωτοπόρους τον Θουκυδίδη και τον Τάκιτο, γνώρισε μεγάλη άνθηση τον 18ο αιώνα με τον Μποσιέ[4], τον Βολτέρο[5] και τον Μοντεσκιέ[6] στη Γαλλία, τον Βίκο[7] στην Ιταλία και τον Έντουαρντ Γκίμπον[8] στην Αγγλία.


[1]. V. T. LATHBURY, Φρουασσάρ, ΜΑΕ, τόμ. 20ος, σσ. 681-682.

[1]. Ένα από τα σημαντικότερα έργα του Μποσιέ Ζακ Μπενίν είναι ο ημιτελής «Λόγος περί της παγκόσμιας Ιστορίας (Discours sur L’Histoire Universaire)». Το έργο αυτό συνεγράφη το 1681 μ.Χ., όπου η αφήγηση των γεγονότων γίνεται από τη σκοπιά της Θείας αποκάλυψης, και η Πολιτική με βάση την Αγία Γραφή. Περισσότερα για τον βίο και τα έργα του Μποσιέ βλέπε στο «Μποσιέ, Σακ Μπενίν», Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμ. 19, εκδόσεις Δομή Α.Ε., Αθήνα 2000, σσ. 764-765.

[1]. «Βολτέρος», Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμ. 5, εκδόσεις Δομή Α.Ε., Αθήνα 2000, σσ. 488-490.

[1]. Δύο από τα κυριότερα έργα του Μοντεσκιέν, τα οποία υπήρξαν καταλυτικά στην ιστορία της Ευρώπης, είναι: α) το 1734 «Διαπιστώσεις στις αιτίες του μεγαλείου και της παρακμής των Ρωμαίων», έργο που φέρει τον χαρακτήρα ενός ηθικού προβληματισμού σχετικά με την ιστορία και β) το 1747 «το πνεύμα των νόμων», όπου εισήγαγε την αρχή της διάκρισης των εξουσιών (εκτελεστική, νομοθετική και δικαστική) ως ασφαλιστική δικλείδα για την απρόσκοπτη διακυβέρνηση και λειτουργία ενός κράτους. Περισσότερα για τον βίο και τα έργα του Μοντεσκιέν βλέπε στο άρθρο του D. LOWENTHAL, «Μοντεσκιέ», ΜΑΕ, τόμ. 16ος, σσ. 397-398.

[1]. «Βίκος», Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμ. 5, εκδόσεις Δομή Α.Ε., Αθήνα 2000, σσ. 264-265.

[1]. Ο Άγγλος αυτός ιστορικός έγραψε την «Ιστορία της παρακμής και της πτώσης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας» σε έξι τόμους από το 1776-1788. Επηρεασμένος από τους Γάλλους Εγκυκλοπαιδιστές, έβλεπε στον χριστιανισμό μόνο αρνητικά στοιχεία, και έτσι το δεύτερος κυρίως μέρος του έργου του θεωρείται ξεπερασμένο και σε μεγάλο μέρος βασισμένο σε προκαταλήψεις. Περισσότερα για τον βίο και τα έργα του Μοντεσκιέν βλέπε στο άρθρο του D. MORRICE LOW, «Γκίμπον, Έντουαρντ», ΜΑΕ, τόμ. 7ος, σσ. 70-71.


Έτσι για πολύ καιρό ο λογοτεχνικός χαρακτήρας της ιστορίας υπερτερούσε έναντι του επιστημονικού. Η εμφάνιση της ιστορίας ως επιστήμης είναι έργο του 19ου αιώνα. Αρχικά οι ρομαντικοί[9] και αργότερα οι εκπρόσωποι της θετικιστικής σχολής διατύπωσαν τις αρχές της επιστημονικής μεθοδολογίας, προσδιορίζοντας τους βασικούς κανόνες της κριτικής των στοιχείων[10]. Γι΄ αυτό το λόγο μεγάλη αλλοίωση υπέστησαν τόσο το περιεχόμενο των ιστορικών έργων, όσο και η περιγραφή των πολιτικών και εκκλησιαστικών παρασκηνίων αντικαταστάθηκε με λεπτομερείς περιγραφές των ηθών και εθίμων ενός λαού.

Όταν αναφερόμαστε στον 19ο και στον 20ο αιώνα αναφερόμαστε στη «Νεότερη Ιστορία»[11]. Ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα και ειδικότερα το 1789 μ.Χ. η Γαλλική επανάσταση θεωρείται σημείο αφετηρίας για την Ιστορία των Νεότερων Χρόνων. Τόσο ο 19ος και όσο ο 20ος αιώνας κατακλύζονται από εξαιρετικές και ευμεγέθη επαναστάσεις. Οι Ε. ΑΡΒΕΛΕΡ και M. AYMARD διερωτούνται «Πώς να μιλήσουμε για την ιστορία του ευρωπαϊκού δέκατου ενάτου αιώνα χωρίς να χρησιμοποιήσουμε λέξεις όπως επανάσταση και επαναστατικός»[12]. Οι επαναστάσεις αυτές αποτέλεσαν σημεία αναφοράς πολλών ιστοριογράφων, οι οποίοι καταθέσαν διάφορες ιστορίες τόσο για την Πολιτική ιστορία όσο και για τον ρόλο της προσωπικότητας στο ιστορικό γίγνεσθε κατά τους ανωτέρω αιώνες.

Πριν προχωρήσουμε στην περαιτέρω ανάλυση του θέματός μας σε επιμέρους κεφάλαια, φρονούμε ότι επιτακτικό θα ήταν να αναλύσουμε τους όρους αναφορικά με το θέμα της παρούσης εργασίας.

Αρχικά με τον όρο «ιστορία» εννοούμε το σύνολο των σημαντικών γεγονότων του παρελθόντος σε σχέση με συγκεκριμένο έθνος ή ομάδα ανθρώπων, μας αναλύει ο Γ. ΜΠΑΜΠΝΙΩΤΗΣ[13]. Σε αντίθεση με τον όρο «ιστοριογραφία» εννοούμε τη συγγραφή της ιστορίας τόπου ή λαού με λογοτεχνικό τρόπο, που συνηθιζόταν περισσότερο για την Αρχαιότητα, επισημαίνει ο καθ. Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ[14]. Ειδικότερα η Πολιτική ιστορία χαρακτηρίζει μια ορισμένη σφαίρα ανθρώπινης δραστηριότητας, δηλ. εκείνη που αναφέρεται στην οργάνωση και στη λειτουργία του κράτους ή γενικότερα κάθε οργανωμένης κοινωνίας[15].


[1]. Περισσότερα για τον ρομαντισμό βλέπε στο άρθρο «ρομαντισμός», Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμ. 25, εκδόσεις Δομή Α.Ε., Αθήνα 2000, σσ. 443-449.

[1]. Θεμελιωτής του Θετικισμού υπήρξε ο Αύγουστος Κόντ, ο οποίος διέκρινε τρεις περιόδους ή ηλικίες του ανθρώπινου πνεύματος και της ιστορίας του: α) τη θεολογική, όπου κυριαρχεί η ερμηνεία βάση τη θεία, β) τη μεταφυσική, οι υπερφυσικές δυνάμεις της θεολογίας μετατρέπονται σε αφηρημένες αρχές και γ) τη θετική, οι υπερφυσικές δυνάμεις και οι μεταφυσικές αρχές παραμερίζονται από την επιστημονική μέθοδο της παρατήρησης, της διακρίβωσης και της πρόβλεψης. Περισσότερα για τον «θετικισμό» βλέπε στο άρθρο του R. T. HATT, «θετικισμός», ΜΑΕ, τόμ. 11ος, σσ. 202-203.

[1]. Ο D. RICHARDS χωρίζει τις περιόδους της Ιστορίας σε «Αρχαία», «Μεσσαιωνική», «Νεότερη-Σύγχρονη», τις οποίες και κατονομάζει ως απλές επιγραφές, οι οποίες δεν έχουν σταθερό νόημα ή αυστηρά καθορισμένα όρια. D. RICHARDS, Ιστορία της Σύγχρονης Ευρώπης 1789-2000, εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμα, Αθήνα 2001, σ. 11.

[1]. Ε. ΑΡΒΕΛΕΡ, M. AYMARD, Οι Ευρωπαίοι, Νεότερη και Σύγχρονη Εποχή, τόμ. Β΄, εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 2003, σ. 207.

[1]. Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ, Λεξικό για το σχολείο και το γραφείο, με εύχρηστη γραμματική και με γλωσσικά σχόλια, Κέντρο Λεξικολογίας Ε.Π.Ε., Αθήνα 2004, σ. 450, (εφεξής:  Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ, Λεξικό για το σχολείο και το γραφείο). Σύμφωνα με την καθ. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ, με τον όρο «ιστορία» εννοούμε την κριτική προσέγγιση και αφήγηση του παρελθόντος. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, Ιστορία και Ιστοριογραφία, Νεότερες προσεγγίσεις, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα 2008, σ. 14, (εφεξής: Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ, Γενική Ιστορία της Ευρώπης).

[1]. Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ, Λεξικό για το σχολείο και το γραφείο, σ. 450. Σύμφωνα με την καθ. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ, με τον όρο «ιστοριογραφία» εννοούμε τη μελέτη των μεθοδολογικών αρχών που διέπουν την ιστορική επιστήμη. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, σ. 14.


Α΄ Κεφάλαιο

Τα Κυριότερα Ιστοριογραφικά Ρεύματα του 19ου και 20ου αιώνα

 

Τα κυριότερα ιστοριογραφικά ρεύματα του 19ου και 20ου αιώνα όπως τα έχουμε αντλήσει και έπειτα αναλύσαμε από το βιβλίο της καθ. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ[16] είναι: α) ο Ιστορικισμός, β) η Σχολή των Annales, γ) η μαρξιστική προσέγγιση και δ) η έμφαση στην εκβιομηχάνιση.

α) Ο Ιστορικισμός

Ο κύριος στόχος του ιστορικισμού είναι η διάκριση του ιστορικού λόγου ως αφήγησης της ιστορίας με επιστημονικό περιεχόμενο, όπως αναλύει η καθ. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ[17]. Επίσης αναφέρει ότι οι εκπρόσωποι του Ιστορικισμού καταθέτουν στα γραπτά τους την αντικειμενική γνώση για το παρελθόν, την οποία διερευνά με επιστημονικές μεθόδους η Ιστορία. Ιδρυτής του ιστορικισμού θεωρείται ο Leopold von Ranke[18], του οποίου το έργο στη νεότερη ιστοριογραφία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, αφού εισήγαγε αυστηρότατη μέθοδο στην εξακρίβωση των ιστορικών γεγονότων στηριζόμενος σε άμεσες γραπτές μαρτυρίες. Σύμφωνα με την καθ. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ ο von Ranke θεωρεί ότι η ανθρώπινη Ιστορία αποτελείται από μία συνεχόμενη διαδοχή γεγονότων, στην οποία υπάρχει η αμοιβαία σχέση μεταξύ Θεού και ιστορικής εξέλιξης[19]. Θεμελιώδη στοιχείο του ιστορικισμού είναι η εξουσία και η διαχείρισή της από ηγετικές ομάδες νομικής φύσεως[20].


[1]. «Πολιτική», Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμ. 24, εκδόσεις Δομή Α.Ε., Αθήνα 2000, σ. 297.

[1]. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, σσ. 23-29.

[1]. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, σ. 23.

[1]. «Ράνκε, Λέοπολντ φον-», Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμ. 25, εκδόσεις Δομή Α.Ε., Αθήνα 2000, σσ. 161-162.

[1]. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, σ. 23.

[1]. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, σ. 23.


β) η Σχολή των Annales

 

Η Σχολή των Annales έλαβε την ονομασία της από το γαλλικό περιοδικό Annales d’Historie Economique et Sociale[21], που κυκλοφορούσε τη δεκαετία του 1930[22]. Η ανωτέρω σχολή αμφισβητεί τόσο την Πολιτική Ιστορία αλλά και το ιστορικό γεγονός[23]. Ιδρυτές είναι οι Marc Bloch[24] και Lucien Febrev[25]. Σύμφωνα με την έρευνα της καθ. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ[26] οι ιδρυτές της ανωτέρω σχολής στηρίζονταν στη μελέτη των συλλογικών μορφωμάτων και των κοινωνικών ομάδων, ενώ αμφισβητούσαν το ιστορικό γεγονός. Προσθέτει επίσης ότι αναζητήθηκε η διακλαδικότητα για να ακυρωθεί η διάκριση των Κοινωνικών Επιστημών, για να πολλαπλασιαστούν οι τρόποι προσέγγισης της κοινωνικής υπάρχουσας κατάστασης της κάθε ιστορικής περιόδου[27].

 

γ) Η μαρξιστική προσέγγιση

 

Σύμφωνα με την μαρξιστική προσέγγιση η αντικειμενική γνώση είναι δυνατή κατά το παράδειγμα των Θετικών Επιστημών[28]. Κατά τον Μαρξ[29] πρωταρχικός παράγοντας της ιστορικής εξέλιξης είναι οι ταξικές συγκρούσεις[30]. Για τον Μαρξ η φύση του ανθρώπου δεν θεωρείται κάτι δεδομένο a priori, δεν αποτελεί μια αμετάβλητη και μόνιμη δομή, αλλά διαμορφώνεται μέσα στην κοινωνία και στην ιστορία[31]. Η καθ. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ[32] επισημαίνει ότι η μαρξιστική σκέψη προσανατόλισε την προσοχή των ιστορικών στη σημασία των οικονομικών και κοινωνικών φαινόμενων, τα οποία στο παρελθόν ήταν παραμερισμένα. Προσθέτει ότι η μαρξιστική ιστοριογραφική προσέγγιση δεν είναι ούτε ομοιογενής ούτε μονοδιάστατη[33]. Περιλαμβάνει πολλαπλά εννοιολογικά εργαλεία και διαφορετικές προσλήψεις του ρόλου των κοινωνικών τάξεων ως παραγόντων της Ιστορίας[34].

 

δ) Η έμφαση στη εκβιομηχάνιση

 

Ήδη από τη δεκαετία του 1960 παρατηρείται στροφή προς τις Κοινωνικές Επιστήμες[35]. Η καθ. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ[36] τονίζει τη διαδικασία εκβιομηχάνισής της χώρας και της επίδρασης της όσον αφορά το σχηματισμό κοινωνικών ηγετικών ομάδων που επηρέασαν το οικοδόμημα της πολιτικής εξουσίας. Επισημαίνει δε ότι η τεχνολογική πρόοδος και ο οικονομικός εκσυγχρονισμός θεωρούνται θετικές και αναπόδραστες εξελίξεις[37]. Η εκβιομηχάνιση πρέπει να συνοδεύεται από τον εκσυγχρονισμό των κοινωνικών σχέσεων και της πολιτικής εξουσίας[38]. Η συμβολή των οικονομικών μηχανισμών θεωρείται αναγκαία για την κατανόηση του πολιτικού γίγνεσθε, της οριοθέτησης της συνεισφοράς των ποσοτικών μεθόδων στις Κοινωνικές Επιστήμες[39]. Τα ερευνητικά ενδιαφέροντα των γερμανών ιστορικών αυτής της περιόδου προσανατολίστηκαν στις σύγχρονες βιομηχανικές κοινωνίες και στις διαδικασίες της κοινωνικής μετάβασης στον καπιταλισμό και στην οικονομία της αγοράς[40].


[1]. Μεταφράζεται ως τα «Χρονικά οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας». «Ράνκε, Λέοπολντ φον», Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμ. 25, εκδόσεις Δομή Α.Ε., Αθήνα 2000, σ. 162.

[1]. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, σ. 25.

[1]. «Μπλόκ, Μαρκ», Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμ. 19, εκδόσεις Δομή Α.Ε., Αθήνα 2000, σσ. 711-712.

[1]. «Φερβ, Λισιέν», Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμ. 29, εκδόσεις Δομή Α.Ε., Αθήνα 2000, σσ. 679-680.

[1]. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, σ. 25.

[1]. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, σ. 26.

[1]. Περισσότερα για τον βίο και τα έργα του Κάρλ Μάρξ βλέπε στο «Μάρξ, Καρλ – μαρξισμός», Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμ. 18, εκδόσεις Δομή Α.Ε., Αθήνα 2000, σσ. 139-143.

[1]. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, σ. 26.

[1]. «Μάρξ, Καρλ», Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμ. 18, εκδόσεις Δομή Α.Ε., Αθήνα 2000, σ. 140.

[1]. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, σ. 27.

[1]. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, σ. 28.

[1]. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, σ. 29.


Β΄ Κεφάλαιο

Η αντιμετώπιση ιστοριογραφικων ρευματων τησ Πολιτικήσ ιστορίασ ως κλάδο των ιστορικών σπουδών και το ρόλο της Προσωπικότητας στο Ιστορικό Γίγνεσθαι

α) Ιστορικισμός

Η ταύτιση της Ιστορίας με το κράτος του, θεωρείται από τον Ranke εγγυητής της ιστορικής εξέλιξης που σηματοδοτεί την προτεραιότητα της Πολιτικής Ιστορίας[41]. Επισημαίνει ότι στηριζόμενοι στο αρχειακό υλικό που παράγεται από τον επίσημο κρατικό μηχανισμό, θεωρείται έτσι φορέας της ιστορικής αλήθειας[42]. Δίνοντας έμφαση στην Πολιτική Ιστορία επιτακτική είναι η χρονολογική διαδοχή των γεγονότων που καθορίζει τη διάρθρωση της ιστορικής αφήγησης και τη διερεύνηση της εσωτερικής συνείδησης των δρώντων πρωταγωνιστών[43].

Αναμφίβολα όμως η επικέντρωση του Ιστορικισμού στις ηγετικές προσωπικότητες είχε ως αποτέλεσμα την πλήρη απουσία των καθημερινών ανθρώπων από τα ενδιαφέροντα και τους ερευνητικούς στόχους αυτής της ιστοριογραφικής τάσης, πράγμα που περιόριζε τις δυνατότητές της για ανάλυση και κριτική προσέγγιση του παρελθόντος[44].

Παρατηρούμε ότι το ρεύμα του Ιστορικισμού συμπεριλαμβάνει αλλά και αναπτύσσει την Πολιτική ιστορία συνδυάζοντας και τον ρόλο των προσωπικοτήτων στο ιστορικό γίγνεσθε. Σημείο όμως παραγκωνισμού της καθημερινότητας του βίου των απλών πολιτών, που κατά την άποψη μας θεωρείται εφαλτήριο για την σωστή δομή συγγραφής μίας Παγκόσμιας Ιστορίας.


[1]. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, σ. 24.

[1]. Σημείο που ανέδειξε όχι μόνο την Πολιτική αλλά και την Διπλωματική ιστορία. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, σ. 24.

[1]. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, σ. 24.

[1]. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, σ. 24.


β) Η σχολή των Annales

 

Στη ανωτέρω σχολή αναδεικνύεται η διαφορετική οπτική της πρόσληψη τους χρόνου, σε αντιδιαστολή με το βραχύ χρόνο και το στιγμιαίο γεγονός της Πολιτικής ιστορίας[45]. Τα γεγονότα εξετάζονται στη μακρά διάρκεια, στην εξέλιξη δηλ. στο χρόνο, και όχι μόνο από το στιγμιαίο γεγονός[46]. Η έννοια της μακράς διάρκειας αποτελεί προϋπόθεση μιας δομικής ανάλυσης και εδράζεται στις κοινωνικές και οικονομικές δομές που διαρθρώνουν μια κοινωνία αλλά και στη σχέση των δομών αυτών με την πολιτική εξουσία, τις νοοτροπίες και τις ιδέες[47].

Η σχολή των Annales στηρίζεται σε διαφορετικές ιδέες από εκείνες του Ιστορικισμού. Δεν στηρίζεται στο στιγμιαίο γεγονός της Πολιτικής ιστορίας αλλά καταγράφει την ιστορία σε όλη τη μακρά της διάρκεια. Δεν εμμένει τόσο στο ρόλο των προσωπικοτήτων του ιστορικού γίγνεσθε, όσο στη χρονική πολλαπλότητα των κοινωνιών[48].

γ) Η μαρξιστική προσέγγιση

Κατά τη μαρξιστική προσέγγιση δίνεται έμφαση στο οικονομικό κυρίως πεδίο και στο ρόλο της πάλης των τάξεων ως καταλύτη της εξέλιξης[49]. Οι οικονομικές σχέσεις που διέπουν τη λειτουργία μιας κοινωνίας συγκροτούν τη δομή της, ενώ οι ιδεολογικές της συνιστώσες ανήκουν στο εποικοδόμημα[50]. Πραγματοποιείται ανάλυση των ιστορικών κοινωνιών με βάση την πάλη των τάξεων, η οποία θεωρήθηκε ως ιστορικός αναχρονισμός[51]. Από τη δεκαετία του 1960 οι μαρξιστές ιστορικοί στρέφονται προς τα υποκείμενα της Ιστορίας εις βάρος της δομικής έμφασης στην ταξική σύγκρουσης[52].

Στο ίδιο μήκος περίπου κινείται και η μαρξιστική προσέγγιση όσον αφορά την Πολιτική ιστορία ως κλάδο των ιστορικών σπουδών και του ρόλου της προσωπικότητας στο ιστορικό γίγνεσθε. Τα δύο ρεύματα διαφέρουν ως προς τις ιδέες που πρέπει να στηρίζεται η ιστορική εξέλιξη. Κατά τον Μάρξ πρέπει να δίνεται έμφαση στην οικονομία του κράτους. Όμως λόγω της ταξικής σύγκρουσης αναγκαία θεωρείται η ένταξη των κύριων προσωπικοτήτων της Ιστορίας στην ιστορική εξέλιξη.

 

δ) η έμφαση στη εκβιομηχάνιση

 

Το ρεύμα της εκβιομηχάνισης διαφέρει κατά πολύ στα τρία άλλα ρεύματα που προαναφέρθηκαν. Κατά το ρεύμα της εκβιομηχάνισης η Κοινωνική Ιστορία δίνει έμφαση στη μελέτη των μηχανισμών που αναπτύσσονται στο πλαίσιο της εκβιομηχάνισης αλλά και στη μελέτη της εξέλιξης των θεσμών εις βάρος των υποκειμένων της Ιστορίας[53].

Παρατηρούμε ότι δεν στηρίζονται καθόλου στην συγγραφή της Πολιτικής ιστορίας, αλλά ακόμη και η ένταξη των ρόλων των κύριων προσωπικοτήτων στην πορεία της ιστορικής εξέλιξης πραγματοποιείται για να αποφανθεί η κατωτερότητά τους.


[1]. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, σ. 25.

[1]. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, σ. 26.

[1]. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, σ. 26.

[1]. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, σ. 26.

[1]. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, σ. 27.

[1]. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, σ. 27.

[1]. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, σ. 27.

[1]. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, σ. 27.

[1]. Κ. ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, σ. 29.


Λεξικο

Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ, Λεξικό για το σχολείο και το γραφείο, με εύχρηστη γραμματική και με γλωσσικά σχόλια, Κέντρο Λεξικολογίας Ε.Π.Ε., Αθήνα 2004, σ. 450.

Εγκυκλοπαίδειες

 

Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμ. 1-30, εκδόσεις Δομή Α.Ε., Αθήνα 2000.

DeLANCEY F., Ηρόδοτος, ΜΑΕ, τόμ. 11ος, σσ. 22-27.

HATT T. R., «θετικισμός», ΜΑΕ, τόμ. 11ος, σσ. 202-203.

LATHBURY T. V., Φρουασσάρ, ΜΑΕ, τόμ. 20ος, σσ. 681-682.

LOWENTHAL D., «Μοντεσκιέ», ΜΑΕ, τόμ. 16ος, σσ. 397-398.

MORRICE LOW D., «Γκίμπον, Έντουαρντ», ΜΑΕ, τόμ. 7ος, σσ. 70-71.

Βιβλιογραφία

 

ΑΡΒΕΛΕΡ Ε., AYMARD M., Οι Ευρωπαίοι, Νεότερη και Σύγχρονη Εποχή, τόμ. Β΄, εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 2003.

ΜΠΡΕΓΙΑΝΝΗ Κ., Γενική Ιστορία της Ευρώπης, Ιστορία και Ιστοριογραφία, Νεότερες προσεγγίσεις, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα 2008.

RICHARDS D., Ιστορία της Σύγχρονης Ευρώπης 1789-2000, εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμα, Αθήνα 2001.

Please follow and like us:

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο