Η ανέγερση και η Ιστορία του κτηρίου της Βουλής των Ελλήνων

Τα Παλαιά Ανάκτορα

Τα Παλαιά Ανάκτορα είναι σήμερα η έδρα της Βουλής των Ελλήνων. Πρόκειται για νεοκλασικό κτήριο, σχεδιασμένο από τον αξιόλογο Βαυαρό αρχιτέκτονα της Βασιλικής Αυλής της Βαυαρίας Friedrich von Gärtner (1792-1847) και βρίσκεται στην Πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα. Χρησιμοποιήθηκε ως ανάκτορα από τον Όθωνα και στη συνέχεια από τον Γεώργιο Α’ μέχρι το 1910, όπου εγκαταστάθηκε σε νεότερα, στην οδό Ηρώδου του Αττικού, γι’ αυτό και η ονομασία τους Παλαιά Ανάκτορα. Στη δυτική πλευρά του κτιρίου διαμορφώθηκε ο χώρος σε Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, ενώ οι εξωτερικοί χώροι τόσο της ανατολικής όσο και της νότιας πλευράς από την αρχή διαμορφώθηκαν σε μεγάλο ενιαίο εθνικό κήπο, που υπάρχει μέχρι και σήμερα.

Η ΑΝΕΓΕΡΣΗ

Το κτίριο κατασκευάστηκε στο διάστημα 1836-1847, για να γίνει ανάκτορο του Όθωνα, μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας του κράτους από το Ναύπλιο στην Αθήνα το 1834. Ανεγέρθηκε με έξοδα του βασιλιά Λουδοβίκου Α’ της Βαυαρίας, ως προσωπικό δάνειο προς τον Όθωνα.

Η τελική επιλογή του χώρου για την ανέγερση των παλαιών ανακτόρων έγινε από τον ίδιο τον Gärtner στα τέλη του 1835, μετά την απόρριψη των προτάσεων των Κλεάνθη, Schaubert, Klenze και Schinkel που προέβλεπαν στις θέσεις Ομόνοια, Κεραμεικό και Ακρόπολη αντίστοιχα, όπου στη τελευταία είχε αντιδράσει και ο ίδιος ο Λουδοβίκος, ο πατέρας του Όθωνα. Ειδικότερα η περιοχή ανέγερσης που πρότεινε ο Gärtner ήταν η συνέχεια της διασταύρωσης των οδών Σταδίου, (περιφερειακής οδού τότε) και Ερμού, πάνω στον αυχένα που σχηματίζεται μεταξύ των λόφων Λυκαβηττού και Ακρόπολης, που εκτός του πιο υγιεινού κλίματος που παρουσίαζε, δέσποζε και της τότε Αθήνας στο ανατολικότερο άκρο της, κοντά στην πύλη της «Μπουμπουνίστρας». Έτσι δόθηκε εντολή στον Gärtner να εκπονήσει τα σχέδια του κτιρίου, κάτι που έγινε σε πολύ ελάχιστο διάστημα, κατά τον μικρό χρόνο παραμονής του στην Αθήνα, (από τον Δεκέμβριο του 1835 μέχρι τον Μάρτιο του 1836), όπου και αποτέλεσε κατόρθωμα που μόνο η μεγάλη συγκέντρωση των ικανοτήτων του μπορούσε να φέρει σε πέρας.

Η θεμελίωση του κτιρίου έγινε στις 25 Ιανουαρίου (παλαιό ημερ.) / 6 Φεβρουαρίου (νέο ημερ.) του 1836, παρουσία του Λουδοβίκου Α’ και των πρεσβευτών των Μεγάλων Δυνάμεων. Τον Μάρτιο, ο Gärtner επέστρεψε στο Μόναχο αφήνοντας τη διεύθυνση της ανέγερσης της οικοδομής στους Βαυαρούς ανθυπολοχαγούς Σλότερ και Χος. Ο Gärtner, στο γραφείο του στο Μόναχο, αποπεράτωσε την εκπόνηση μελετώντας όλες τις λεπτομέρειες φθάνοντας τον αριθμό των 247 σχεδίων που αφορούσαν μόνο το κτίριο των ανακτόρων Αθηνών. Σήμερα τα σχέδια αυτά περιλαμβάνονται στη μεγάλη συλλογή Moniger του Μονάχου, ενώ ένας πολύ μικρός αριθμός εξ αυτών δόθηκε στο μουσείο της Βουλής που αποδεικνύουν την επιμέλεια της κάθε λεπτομέρειας.

Βασικά υλικά που χρησιμοποιήθηκαν στην ανέγερση του κτιρίου ήταν πέτρα, μάρμαρο και ξύλα που προέρχονταν, η μεν πέτρα κυρίως από τον Υμηττό, τον Λυκαβηττό και από την περιοχή «Πινακωτά», περιοχή της Αθήνας δίπλα στο λόφο Στρέφη, τα δε μάρμαρα προέρχονταν κυρίως από την Πεντέλη, λίγα από τον Υμηττό, επίσης λίγα από την Τήνο, την Πάρο και τη Νάξο και κάποια ελάχιστα από την Καρράρα και τη Γένοβα της Ιταλίας και τέλος τα ξύλα προέρχονταν από την Εύβοια. Συγκινητική υπήρξε η προσέλευση πολλών κατοίκων και ιδίως νησιωτών που ζητούσαν να εργαστούν αφιλοκερδώς στην ανέγερση των ανακτόρων, όπως Τηνιακοί, Σιφναίοι, Παριανοί, Ναξιώτες κ.ά.

Τελικά μόλις ολοκληρώθηκαν τα κτίσματα των τοίχων, τον Νοέμβριο του 1840, ο Gärtner επέστρεψε στην Αθήνα για να επιβλέψει τη συνέχεια της οικοδόμησης καθώς και τη ζωγραφική διακόσμηση των εσωτερικών χώρων φέρνοντας επί τούτου μαζί του τους περίφημους ζωγράφους ιστορικών παραστάσεων της εποχής, Johann Schraudolf, Urlich Halbreiter και Josef Kranzburger οι οποίοι και ανέλαβαν τις μεγάλες τοιχογραφίες με παραστάσεις από την ελληνική μυθολογία, και την ελληνική επανάσταση του 1821, ειδικά στην αίθουσα των τροπαίων. Μετά από τρίμηνη παραμονή ο Gärtner επέστρεψε και πάλι στο Μόναχο αφήνοντας αυτή τη φορά στη θέση του τον μηχανικό Riedel, για την αποπεράτωση του κτιρίου. Η εγκατάσταση του βασιλικού ζεύγους Όθωνα και Αμαλίας έγινε στις 25 Ιουλίου (παλαιό ημερ.) / 6 Αυγούστου (νέο ημερ.) του 1843 (μόλις ένα μήνα περίπου πριν το νέο κτίριο αποτελέσει για πρώτη (αλλά όχι και τελευταία) φορά, το σκηνικό ενός δραματικού γεγονότος στην ελληνική πολιτική ιστορία, της επανάστασης της Γ’ Σεπτεμβρίου. Αρκετές εργασίες ωστόσο συνεχίστηκαν μέχρι το 1847 (π.χ. το μεγάλο κλιμακοστάσιο), ενώ ορισμένες δεν ολοκληρώθηκαν παρά δέκα χρόνια αργότερα (όπως ο ζωγραφικός διάκοσμος).

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΤΙΡΙΟΥ 

Τα Παλαιά Ανάκτορα, σύμφωνα με τα σχέδια του Gärtner, αποτελεί ένα μάλλον λιτό (παρά τον όγκο του) ορθογώνιο τριώροφο νεοκλασικό κτίριο, με το ισόγειο, με δύο άξονες συμμετρίας από τους οποίους ο μεν κύριος άξονας Ανατολής – Δύσης ταυτίζεται με τον άξονα της οδού Ερμού, της μεγαλύτερης σε μήκος της τότε Αθήνας, ο δε δευτερεύων άξονας κάθετος στο κέντρο του προηγουμένου κατά Βορρά – Νότο ταυτίζεται με τη διεύθυνση δυτικής πλαγιάς του Λυκαβηττού με στύλους του Ολυμπίου Διός. Το κτίριο φέρει τέσσερις περιμετρικές πτέρυγες (μία ανά πλευρά) και μία εσωτερική κεντρική κατά τον κύριο άξονα εκατέρωθεν της οποίας φέρονται δύο εσωτερικά αίθρια (αυλές).

Περιβάλλεται από δωρικές κιονοστοιχίες (ανατολικά και νότια) και προπύλαια (προς τη δύση) και διατηρεί ακόμη και σήμερα την επιβλητικότητά του. Η κεντρική πτέρυγα που έφερε δίκλινη κεραμοσκεπή επεκτείνονταν των προσόψεων, ανατολική και δυτική, κατά 0.58 εκατοστά, δημιουργώντας στις άκρες δύο αετώματα. Τα δε κεντρικά τμήματα της βορινής και νότιας (μεσημβρινής) πτέρυγας δημιουργούν εσοχή περίπου 3,80 μ. από τις άκρες της ανατολικής και δυτικής πρόσοψης. Οι εξοχές της κεντρικής πτέρυγας και οι παραπάνω εσοχές των πλευρικών πτερύγων δημιουργούν μια ιδιαίτερη πλαστικότητα σε βαρύ κλασικό τόνο που κάνει το κτίριο να ξεχωρίζει για την αρχιτεκτονική του μοναδικότητα. Η ανατολική και δυτική πρόσοψη έχουν μήκος έκαστη περίπου 90 μέτρα, ενώ οι δύο άλλες προσόψεις περίπου 80 μ. η κάθε μία.

Βόρεια πτέρυγα, 1896

Όλο το κτίριο φέρεται υπερυψωμένο κατά 1,5 μ. από τον περιβάλλοντα χώρο. Όλες οι εξωτερικές πτέρυγες έχουν ισόγειο και δύο υπερκείμενους ορόφους. Το ύψος του ισογείου είναι 7,16 μ. (μικτό), του πρώτου ορόφου 7,11 μ. (μικτό), ενώ το ύψος του δεύτερου ορόφου έχει ύψος 5,5 μ. Αντίθετα η μεσαία πτέρυγα είχε υπόγειο, ισόγειο με ύψος το αυτό των άλλων πτερύγων και μόνο ένα υπερκείμενο όροφο με ύψος 14,20 μ. (μεγαλύτερο δηλαδή από τα ύψη των 1ου και 2ου ορόφων μαζί, των άλλων πτερύγων). Στον χώρο αυτό ήταν οι επίσημες αίθουσες υποδοχής, η αίθουσα «δεξιώσεων – χορού – παιγνιδιών» και της μεγάλης τραπεζαρίας. Ήταν ο πλουσιότερα διακοσμημένος χώρος των ανακτόρων σε τοιχογραφίες, ζωγραφικούς πίνακες, χάρτες, αλλά και σε επίπλωση και άλλες διακοσμήσεις.

Νότια πτέρυγα, 1896

ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΣ ΟΨΕΙΣ

Για τις εξωτερικές όψεις των πτερύγων του κτιρίου ο Gärtner είχε εκπονήσει πολλά σχέδια με πλούσιες διακοσμήσεις, από τα οποία τα περισσότερα αφορούσαν τη δυτική όψη της αντίστοιχης πτέρυγας που ήταν και η πιο επίσημη.

Υποβάλλοντας τα σχέδια προς επιλογή στον Βασιλιά Λουδοβίκο, που ήταν και ο χρηματοδότης του κτιρίου, για λόγους οικονομίας αφενός και λόγους εκτροπής της κλασικής λιτότητας σε αναγεννησιακό ρυθμό δεν τα ενέκρινε. Στο σημείο δε αυτό όπως αναφέρει και ο Oswald Hederer στο βιβλίο του Friedrich von Gärtner: «…όταν ο Βασιλιάς Λουδοβίκος (της Βαυαρίας) διέγραψε με κόκκινο μολύβι όλα τα εξωτερικά διακοσμητικά στοιχεία των όψεων φέρεται ο Gärtner να είπε με κάποια αγανάκτηση: Ε! τώρα Μεγαλειότατε απομένει ένας στρατώνας!».

Παρά τη λιτότητα όμως που του επιβλήθηκε, ο Gärtner κατάφερε, με κάποια λίγα σχετικά στοιχεία, πλην όμως σωστά επιλεγμένα, που χρησιμοποίησε, να δώσει στο ογκώδες κτίριο μια επιβλητική και γαλήνια εμφάνιση. Με δύο ταινίες ως νημάτια ένωσε τις ποδιές όλων των παραθύρων περιμετρικά ανά όροφο σπάζοντας έτσι την μονοτονία των μεγάλων εξωτερικών επιφανειών των πτερύγων, ενώ με τα διάφορα δωρικά πρόπυλα των εισόδων του κτιρίου εκτός της μεσημβρινής πλευράς που είναι ιωνικά, τόνισε ακόμα περισσότερο το αρχιτεκτονικό νεοκλασικό ύφος αυτού.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Από το 1862 έως το 1922

Μετά την έξωση του Όθωνα το 1862, τα Ανάκτορα κατοικήθηκαν από το νέο βασιλιά Γεώργιο Α’, ο οποίος έφτασε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 1863. Ευθύς αμέσως μετά το γάμο του με την Όλγα το 1867, στο κτήριο πραγματοποιήθηκαν νέες προσθήκες και μετατροπές. Σημαντικότερη ήταν η τροποποίηση του κλιμακοστασίου της ανατολικής πτέρυγας και η δημιουργία του ορθόδοξου παρεκκλησίου του Αγίου Γεωργίου, στο δεύτερο όροφο. Επιπλέον, η διαβίωση στα Ανάκτορα μίας πολυμελούς οικογένειας και η φιλοξενία πολυπληθών επισήμων οδήγησε σε μετατροπές χώρων και σε αλλαγές χρήσης τους. Βασική, όμως, αιτία για αλλαγές και επεμβάσεις στην αρχική κατασκευή υπήρξαν οι δύο μεγάλες πυρκαγιές των Ανακτόρων: η πρώτη, το 1884, αποτέφρωσε το δεύτερο όροφο της βορινής πτέρυγας· η δεύτερη, και μεγαλύτερη, το 1909, κατέστρεψε ολοσχερώς την κεντρική πτέρυγα και τα αντίστοιχα σε αυτήν τμήματα της ανατολικής και δυτικής πτέρυγας και ανάγκασε τη βασιλική οικογένεια να μετακινηθεί στο θερινό ανάκτορο του Τατοΐου. Παρόλο που οι βασιλείς επέστρεψαν στο κτήριο το 1912, ελάχιστες από τις εγκριθείσες μελέτες επισκευών είχαν πραγματοποιηθεί, ενώ οι πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις των επόμενων ετών, ελληνοβουλγαρικός πόλεμος, δολοφονία του βασιλιά Γεωργίου Α’ και κήρυξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, διέκοψαν τις εργασίες αποκατάστασης των ζημιών.

Μετά τη δολοφονία του Γεωργίου του Α΄, βασιλιάς ορκίστηκε ο διάδοχος Κωνσταντίνος και βασιλικό Ανάκτορο ορίστηκε η έως τότε κατοικία του, το Μέγαρο της Ηρώδου Αττικού (σημερινό Προεδρικό Μέγαρο). Στα Παλαιά, πλέον, Ανάκτορα παρέμειναν –κατά διαστήματα- μέλη της βασιλικής οικογένειας και η βασιλομήτωρ Όλγα έως το 1922, οπότε εγκατέλειψε οριστικά την Ελλάδα. Στο επόμενο χρονικό διάστημα, τα Παλαιά Ανάκτορα είχαν διάφορες χρήσεις (κατοικία της βασιλομήτορος Όλγας, ιδίως όταν ασκούσε την αντιβασιλεία, Νοσοκομείο στη διάρκεια της Μικρασιατικής εκστρατείας, κέντρο υποδοχής και περίθαλψης των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής του 1922, κ.ά.).

Το 1922 αποτέλεσε τομή στην ιστορία του κτηρίου. Τότε εγκαταλείφθηκε οριστικά από τη βασιλική οικογένεια, ενώ συγχρόνως οι ιστορικές συγκυρίες το οδήγησαν σε νέες χρήσεις. Κρατικές υπηρεσίες, ιδιωτικοί κοινωνικοί φορείς, διεθνείς οργανώσεις που συντονίστηκαν για την αντιμετώπιση των σύνθετων προβλημάτων που προέκυψαν από τη Μικρασιατική Καταστροφή, στεγάστηκαν στο κτήριο, μαζί με δημόσιες υπηρεσίες, που εγκαταστάθηκαν από την κυβέρνηση για την κάλυψη των αυξανόμενων μόνιμων αναγκών της. Έτσι, στη δεύτερη δεκαετία του 20ού αι. στο κτήριο βρήκαν στέγη υπηρεσίες του Υπουργείου Γεωργίας, του Υπουργείου Στρατιωτικών, του Υπουργείου Υγιεινής, η Διεθνής Υπηρεσία Μετανάστευσης, η Αστυνομία Πόλεων, η «Χριστιανική Ένωσις Νεανίδων» (Χ.Ε.Ν.), ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός, ο Διεθνής Σύνδεσμος Γυναικών κ.ά. Λειτούργησαν, επίσης, ιατρείο βρεφών, οικοτροφείο φοιτητών, νοσοκομείο και ορφανοτροφείο της Near East Relief, καθώς και τα Εργαστήρια Μπενάκη. Τα διαμερίσματα του Γεωργίου Α΄ και το παρεκκλήσι στο ισόγειο χρησιμοποιήθηκαν για την αποθήκευση της βασιλικής περιουσίας, η οποία κατατέθηκε το 1935 στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία.

Μέχρι το 1925, οι παρεμβάσεις στο εσωτερικό του κτηρίου ήταν πρόχειρες διαρρυθμίσεις, με στόχο τη διαίρεση μεγάλων χώρων σε μικρότερους. Η μόνη νέα κατασκευή ήταν η ανέγερση το 1925 ενός μικρού κτίσματος στον περίβολο των Παλαιών Ανακτόρων, το οποίο είναι γνωστό μέχρι σήμερα ως “Παλατάκι”. Το 1927 εγκαινιάστηκε το «Μουσείο Ενθυμίων του Γεωργίου Α’», ως παράρτημα του Εθνικού-Ιστορικού Μουσείου, το οποίο λειτούργησε μέσα στο κτήριο έως το 1930 και από το 1936 έως το 1941. Με την απόφαση ανέγερσης του Μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Λαζαρίδη, το 1928, άλλαξε η έως τότε πρόσοψη του κτηρίου σε σχέση με τον περιβάλλοντα χώρο. Το 1929 αποφασίστηκε από την κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου, η εγκατάσταση εκεί του Ελληνικού Κοινοβουλίου, που προηγουμένως στεγαζόταν στο Βουλευτήριο της οδού Σταδίου (σήμερα γνωστό σαν Παλιά Βουλή), και της Γερουσίας. Για την εφαρμογή αυτής της απόφασης, πραγματοποιήθηκε μεταξύ των ετών 1930-1935 ευρύτατης έκτασης επέμβαση (βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Ανδρέα Κριεζή, απόφοιτου του Πολυτεχνείου του Μονάχου και εκφραστή ενός νεοακαδημαϊκού εκλεκτικισμού), στη διάρκεια της οποίας η μισοερειπωμένη κεντρική πτέρυγα κατεδαφίστηκε μέχρις θεμελίων και στη θέση της οικοδομήθηκαν τα αμφιθέατρα συνεδριάσεων των δύο νομοθετικών σωμάτων (με χρήση οπλισμένου σκυροδέματος στα πατώματα και σιδηροκατασκευών με γυαλί στην επιστέγαση), ενώ αναγέρθηκε στη βόρεια όψη νεοκλασικό πρόπυλο με έξι δωρικούς κίονες (συμπληρώνοντας κατά κάποιο τρόπο τις αντίστοιχες κιονοστοιχίες των υπολοίπων όψεων). Στις 25 Μαρτίου 1932 έγιναν και τα αποκαλυπτήρια του Μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη, που άρχισε να κατασκευάζεται το 1929.

Τα εγκαίνια της Γερουσίας έγιναν τον Αύγουστο του 1934 και της Βουλής τον Ιούλιο του 1935 (και τα δυο σώματα καταργήθηκαν ένα χρόνο μετά την εγκατάστασή τους εκεί, η μεν Γερουσία οριστικά, η δε Βουλή για μια δεκαετία, λόγω της δικτατορίας Μεταξά και της Κατοχής). Στο διάστημα 1934-1989, είχε την έδρα του εκεί και το Συμβούλιο της Επικρατείας, ενώ κατά καιρούς στεγάζονταν και διάφορες άλλες υπηρεσίες (μεταξύ των ετών 1936-1944 το Υπουργείο Ασφαλείας, το 1940-1941 και το 1945-1951 το Γενικό Επιτελείο Στρατού, κ.ά.). Από το 1946, ωστόσο, χρησιμοποιείται κυρίως ως έδρα της Βουλής των Ελλήνων (με εξαίρεση το διάστημα της δικτατορίας 1967-1974), αλλά και του Υπουργικού Συμβουλίου. Στο διάστημα αυτό πραγματοποιήθηκε πλήθος επεμβάσεων, κυρίως στην εσωτερική διαρρύθμιση, ενώ μεταξύ των ετών 1996-2000 κατασκευάστηκε (κάτω από το προαύλιο) υπόγειος χώρος στάθμευσης και φύλαξης αυτοκινήτων και βρεφονηπιακός σταθμός.

Σήμερα είναι έδρα του ελληνικού κοινοβουλίου, της Βουλής των Ελλήνων.

   Ὡς πρὸς τὸ παλάτι, ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε καταλληλότερο κτίριο, ἐγκαταστάθηκε στὸ σπίτι τοῦ Α. Κοντοσταύλου, ποὺ ἦταν στὸν περίβολο τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Περνώντας ὁ Ὄθων κάτω ἀπὸ ἁψῖδα ἀπὸ σμυρτιές, ἔφθασε στὰ «Βασίλεια» καὶ ἐγκαταστάθηκε.

            Τὸ ἴδιο αὐτὸ κτίριο ἐχρησίμευσε ὡς Βουλή καὶ Γερουσία ἀπὸ τὰ 1844 ὡς τὰ 1856. Τότε ἔπιασε φωτιὰ καὶ κάηκε, καὶ ὑστερώτερα ἄρχισε νὰ οἰκοδομῆται τὸ κτίριο τῆς ὁδοῦ Σταδίου ποὺ τόσες ἐγνώρισε δόξες ἀλλὰ καὶ τόσες δυστυχίες καὶ μικρότητες. Οἱ πατέρες τοῦ Ἔθνους, ποὺ ἔμειναν χωρὶς στέγη, ἐγκαταστάθηκαν, ὅπως εἴδαμε σὲ προηγούμενα σημειώματα, στὸ Πανεπιστήμιο.

            Ἀλλὰ καὶ στὴν οἰκία Κοντοσταύλου δὲν ἔμεινε πολύ ὁ Ὄθων. Ὅταν ἐπέστρεψε, μετὰ τὸ ταξίδι στὸ Μόναχο, νυμφευμένος μὲ τὴ Μεγάλη τοῦ Ὄλντεμπουργκ Ἀμαλία, ἐγκαταστάθηκε στὴ «Μεγάλη Οἰκία» Βούρου στὴν τότε ὁδὸ Νομισματοκοπείου καὶ ἤδη Παπαρρηγοπούλου καὶ στὴ διπλανὴ οἰκία Ἀφθονίδου. Ἔκαμαν καὶ ἕνα κῆπο ἐμπρὸς στὸ Παλάτι, ἀπὸ τὸν ὁποῖο προῆλθε ὁ σημερινός Κῆπος τοῦ Κλαυθμῶνος.

            Διασκευὲς ἔγιναν καὶ μέσα στὰ σπίτια, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ἡ δεσποινὶς Ἰουλία φὸν Νόρδενπφλυχτ, κυρία τῆς τιμῆς τῆς βασίλισσας Ἀμαλίας. Ἦταν ἄλλοτε παιδαγωγὸς τῆς Ἀμαλίας καὶ τὴ συνώδευσε στὴν Ἑλλάδα μετὰ τοὺς γάμους μὲ τὸν Ὄθωνα. Μολονότι στὴν ἀρχὴ ὑποχρεώθηκε νὰ μείνῃ μόνο δύο χρόνια στὴν Ἑλλάδα, ἡ ἀγάπη ποὺ αἰσθανόταν πρὸς τή βασίλισσα Ἀμαλία ἦταν τόση, ποὺ, χωρὶς νὰ ἀποβάλῃ τὴν ἰδέα νὰ ἐπιστρέψῃ στὴ Γερμανία, ἔμεινε τόσο, ὡς ποὺ ἀπὸ ἕνα τυχαῖο ἀτύχημα πέθανε. Ὁ τάφος της σώζεται ἀκόμα στὸ νεκροταφεῖο. Αὐτή, στὶς ἐπιστολές της πρὸς τὴν κυρία Φὸν Σάχορστ, κυρία τῆς τιμῆς τῆς Μεγάλης Δούκισσας τοῦ Ὀλδεμβούργου, μᾶς δίνει πολύτιμες πληροφορίες γιὰ τὴν ἑλληνικὴ πρωτεύουσα καὶ τὸ σχηματισμὸ τῆς Αὐλῆς γύρω ἀπὸ τὸ νέο ἑλληνικὸ θρόνο. Σὲ μιὰ ἀπ’ αὐτὲς (μὲ ἡμερομηνία 16 Φεβρουαρίου 1837) δίνει καὶ μιὰ περιγραφὴ τοῦ παλατιοῦ ποὺ ἀξίζει νά μνημονευθῇ ἐδῶ.

             «Ἐφθάσαμε τέλος, γράφει, αἰσίως στὴν ἔνδοξο Ἀττική καὶ τὰς νέας Ἀθήνας, ποὺ ἤρχισαν ν’ ἀνακύπτουν θαλεραὶ καὶ ἐπιβάλλουσαι ἀπὸ τὰ ἐρείπιά των…. Τούτην τὴν στιγμὴν ἔβγαλα τὸ πανωφόρι μου καὶ κάθομαι στὸ μικρὸ δωμάτιό μου γιὰ νὰ σᾶς περιγράψω τὸ σημερινὸ γεῦμα ποὺ τιμᾷ, ἀληθινά, τὸν κόμητα S. Ἡ μεγάλη αἴθουσα τῶν συμποσίων, ποὺ εἶναι στὸ ἄλλο σπίτι (καθὼς γνωρίζετε, τὸ παλάτι ἀποτελεῖται ἀπὸ δυὸ χωριστὲς οἰκοδομές), εἶναι κατασκευασμένη ἀπὸ πολλὴ φιλοκαλία. Ἡ ἐντελῶς κυκλοτερὴς αὐτὴ αἴθουσα εἶναι διακοσμημένη μεταξὺ τῶν ἡμικιόνων ἀπὸ κόκκινο μεταξωτὸ ὕφασμα. Ἡ λευκὴ ὀροφὴ ἐπίσης εἶναι ἐπενδυμένη, κατὰ διαστήματα, ἀπὸ ἐρυθρὸ ὕφασμα, καὶ τὰ δυὸ χρώματα σχηματίζουν στὸ κέντρο κανονικό ἄστρο. Πέντε ὡραῖοι πολυέλαιοι εἶναι ἀνηρτημένοι ἀπὸ τὴν ὀροφή, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ μεσαῖος θ’ ἀντικατασταθῇ μὲ ἄλλον μεγαλύτερο, τῶν 70 κεριῶν. Τὰ παράθυρα ἔχουν κόκκινα παραπετάσματα μὲ ἐρυθρολεύκους κροσσοὺς καὶ θυσάνους. Τὸ σύνολον εἶναι κομψότατο καὶ πολυτελέστατο. Στὴν αἴθουσα μπαίνει κανεὶς ἀπὸ τρεῖς ὡραῖες αἴθουσες ὑποδοχῆς. Στὴν αἴθουσα λοιπὸν αὐτὴ τῶν συμποσίων εἶχε στρωθῇ τραπέζι γιὰ πενήντα ἄτομα, πράγματι λαμπρά καὶ βασιλικά διακοσμημένο».

            Σὲ ἄλλο της γράμμα, ἡ Ἰουλία φὸν Νόρδενπφλυχτ περιγράφει τὴ λιτή καὶ ἀνεπιτήδευτη ζωὴ τῆς Ἀμαλίας καὶ προσθέτει:

             «Τὸ περιωρισμένο τοῦ οἰκήματος δὲν ἐπιτρέπει μεγάλες συναναστροφές, παρὰ σ’ ἔκτακτες περιστάσεις, καὶ ὅταν μάλιστα πρόκειται νὰ συγκεντρωθοῦν μερικὲς ἑκατοντάδες ἀνθρώπων στὴ μεγάλη αἴθουσα τοῦ χοροῦ… Ὁ κῆπος, ὁ ὅπισθεν τῶν ἀνακτόρων, εἶναι ἤδη ἀρκετὰ εὐπρόσωπος, ἂν καὶ τὴ σκιὰ ποὺ βρίσκουμε ἐκεῖ τὴν ἔχουμε χάρις σὲ μερικές ἀναδενδράδες…. Πρὸ μιᾶς ὥρας (24 Ὀκτωβρίου) κανονιοβολισμοί ἀνήγγειλαν τὴν ἄφιξη τοῦ ἀρχιδουκὸς Ἰωάννου καὶ τοῦ πρίγκηπος Ἀδαλβέρτου στὸν Πειραιᾶ. Μετ’ ὀλίγον θὰ ἔχουμε κίνηση καὶ αἱ Ἀθῆναι θὰ πάρουν ὄψιν ἑορτασμοῦ, διότι ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς πρίγκηπας καὶ τὴ συνοδεία των εἶναι πολλοὶ Πρῶσσοι καί Αὐστριακοί ἀξιωματικοί. Εἶμαι περίεργη νὰ μάθω πῶς θὰ βρεθῇ θέση γιὰ ὅλους τοὺς ἄλλως πολὺ ποθητοὺς ξένους.

            Ἐν τῷ μεταξύ ὅμως δὲν ἔπαυε ἡ συζήτηση γιὰ τὸν χῶρο ὅπου θὰ κτίζονταν τὰ νέα ἀνάκτορα. Μερικοὶ ἐπρότειναν νὰ κτισθοῦν πάνω στὴν Ἀκρόπολη. Ἄλλοι στὴ θέση Γυφτόπορτα. Ἡ πρότασή τους ὅμως ἀπερρίφθη, γιατί τὸ μέρος ἦταν χαμηλό καὶ καταστάλαζαν ὅλα τὰ νερά τῆς βροχῆς. Ὁ ἀρχιτέκτων Κλεάνθης, ποὺ μὲ τὸν Σάουμπερτ καταστρῶσαν τὸ πρῶτο σχέδιο τῆς πόλεως, ἐπρότειναν τὴ θέση ὅπου εἶναι σήμερα ἡ Ὁμόνοια καὶ ὁ διάσημος ἀρχιτέκτων Κλέντζε, ποὺ ἐκάλεσε ὁ βασιλεύς Ὄθων γιὰ νὰ δώσῃ τὴ γνώμη του πάνω σ’ ὅλο τὸ σχέδιο, τὸν χῶρο γύρω ἀπὸ τὸ Θησεῖο. Τέλος, ὁ ἀρχιτέκτων Γκέρτνερ ποὺ ἐξεπόνησε καὶ τὸ σχέδιο τῶν Ἀνακτόρων, ἐπρότεινε τὸ χῶρο ποὺ κατέχουν σήμερα, στὴ θέση Μπουμπουνίστρα.

            Ἡ τελευταία αὐτὴ πρόταση καὶ ἡ πρώτη της Ἀκροπόλεως εἶχαν τοὺς περισσότερους ὑποστηρικτάς. Στὸ τέλος ὅμως, μὲ τὴν παρεμβολή τοῦ ἀρχαιοφίλου βασιλέως Λουδοβίκου, ἀπερρίφθη ἡ πρόταση γιὰ τὴν Ἀκρόπολη καὶ ἔμεινε μόνο ἡ τελευταία. Στίς 25 Ἰανουαρίου, τέταρτη ἐπέτειο τῆς καθόδου τοῦ βασιλέως Ὄθωνος στὴν Ἑλλάδα, ἐτέθη ὁ θεμέλιος λίθος ποὺ μετεκομίσθη ἀπὸ τὸν Παρθενῶνα. Ἀπὸ τὸ προηγούμενο δειλινό, 26 κανονιοβολισμοί ἀνήγγειλαν τὸ ἐπίσημο τῆς αὐριανῆς ἡμέρας, καὶ τὸ ἄλλο πρωΐ 75.

            Στὴ δοξολογία καὶ κατόπι στὴν τελετὴ ποὺ ἔγινε, παρέστησαν ὁ βασιλεύς Ὄθων, ὁ πατέρας του βασιλεύς τῆς Βαυαρίας, τὸ διπλωματικό σῶμα, οἱ ἀρχὲς κ.τ.λ. Ὁ ἅγιος Ἀττικῆς εὐλόγησε τὸν θεμέλιο λίθο, ὁ ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ Οἴκου γραμματεύς τῆς ἐπικρατείας ἐξεφώνησε ἐπίκαιρο λόγο καὶ ὁ ἀρχιτέκτων Γκέρτνερ προσέφερε στὸ βασιλέα τὸ σχέδιο τῶν Ἀνακτόρων καὶ μιὰ μεμβράνη πάνω στὴν ὁποία ἀναγραφόταν ὁ χρόνος τῆς ἀνεργέσεως καὶ μερικές ἄλλες λεπτομέρειες. Τὸ σχέδιο καὶ τὴ μεμβράνη προσέφερεν ὁ βασιλεὺς Ὄθων στὸν πατέρα του, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἀσπάσθηκε τὸν βασιλέα γυιὸ του, ἐναπέθεσε καὶ τὰ δυὸ στὸ κοίλωμα ποὺ ἀνοίχθηκε ἐπίτηδες. Εὐθὺς κατόπιν ὁ ἀρχιτέκτων Γκέρτνερ πρόσφερε στὸν βασιλέα διάφορα χρυσά, χαλκὰ καὶ ἀργυρὰ νομίσματα, ἀπὸ τὰ ὁποία μερικὰ ὁ Ὄθων ἐτοποθέτησε στὸ ἴδιο κοίλωμα, καὶ μερικὰ ὁ βασιλεὺς Λουδοβίκος. Κοντὰ στὰ νομίσματα τοποθετήθηκε κι’ ἕνα χρυσὸ ρολόϊ καὶ τὸ κοίλωμα κλείστηκε. Καὶ τότε πιὰ ὁ ἀρχιτέκτων πρόσφερε στὸ βασιλέα Ὄθωνα ἕνα ἀσημένιο μιστρὶ μὲ λάσπη, ὁ ὁποῖος πάλι τὸ ἔδωσε στὸν πατέρα του. Ὁ βασιλεύς Λουδοβίκος ἅπλωσε τὴ λάσπη πάνω στὸ κλειστὸ κοίλωμα καὶ τὸ ἴδιο ἔκαμε καὶ ὁ βασιλεὺς Ὄθων. Ὁ ἴδιος ἔπειτα ἀρχιτέκτων πρόσφερε στὸ βασιλέα ἕνα ἀργυρὸ σφυρὶ μὲ τὸ ὁποῖο τὸ πρῶτο κτύπημα ἔδωσε ὁ βασιλεὺς Λουδοβίκος, τὸ δεύτερο ὁ βασιλεύς Ὄθων καὶ τὰ λοιπὰ οἱ γραμματεῖς τῆς ἐπικρατείας. Καὶ μὲ κανονιοβολισμούς καὶ μὲ ζητωκραυγὲς τοῦ πλήθους ἐτερματίσθη ἡ τελετὴ ποὺ εἶχε μιὰ ἐπιβλητικὴ σεμνότητα.

            Ἡ οἰκοδομὴ ἐπροχώρησε γρήγορα, ἀπὸ ἔλλειψη ὅμως ἐπαρκῶν χρημάτων τροποποιήθηκε ἀρκετὰ τὸ ἀρχικὸ σχέδιο καὶ στὶς 11 Ἰανουαρίου μπῆκε τὸ πρῶτο δοκάρι τῆς στέγης.

             «Αὔριον, γράφει ἡ Ἰουλία φὸν Νόρδενπφλυχτ, τοποθετεῖται ἡ πρώτη δοκὸς τῆς στέγης τοῦ ἀνακτόρου. Μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου ἔχει προχωρήσῃ ἡ οἰκοδομή, καὶ πλησιάζομεν τοιουτοτρόπως πρὸς τὸ μετὰ τόσου πόθου ἀναμενόμενον τέρμα. Θὰ μετακομισθῶμεν ἄραγε ἐκεῖ ἐντὸς του 1840;».

            Τὸ γεγονὸς πανηγυρίσθηκε λαμπρά. Παρετέθη γεῦμα σ’ ὅλους τοὺς ἐργάτες, τὸ κτίριο εἶχε διακοσμηθῇ μὲ μυρσίνες, προσφέρθηκαν 4000 μποτίλιες κρασί καὶ ἔπαιζε μουσική. Κι’ ἔτσι ἐξακολούθησε ἡ οἰκοδόμηση ἐπὶ δεκατέσσερα χρόνια, μολονότι πολὺ νωρίτερα μετεκόμισαν οἱ βασιλεῖς στὰ Ἀνάκτορα.

            Ταυτοχρόνως ἄρχιζε καὶ ἡ διαρρύθμιση τοῦ βασιλικοῦ κήπου μὲ φυτὰ ποὺ μετεφέροντο ἀπὸ τὴν Ἰταλία.